Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Κακό χωργιό τα λίγα σπίτια

Κακό χωργιό τα λίγα σπίτια.


          Κακό χωργιό τα λίγα σπίτια,  είπε κάποια στιγμή ο Κυργιάκος του παπά, σαν την πέσαν όλοι του μπαρμαΣωτήρη του Φωνόπουλου, για να ξουρίσει 
σώνει και καλά τα γένια  του. Το περασμένο Φθινόπωρο, σαν πιάσαν οι βροχές και σταμάτησε το πελέκι της πεύκας, πως τούρθε του μπαρμπαΣωτήρη να αφήκει γένια. Δε συνηθιζόταν κάτι τέτοιο στο χωριό. Μόνο ο παπάς άφηνε γένια και οι καλόγεροι και τους απαγορευόταν, όχι μόνο ναντα ξουρίζουν, μα ούτε και ναντα περποιγιούνται. Όταν ήθελαν να πουν κάτι κακό για παπά, λέγανε:
 "αυτός δεν είν' παπάς. Αυτός θέλει ξούριζμα". 
       Ο παπαΧρήστος, παπάς του χωριού είχε μια γενειάδα πεταχτή προς τα μπρος. Κανένας δεν τόλμησε ποτέ να του πει κάτι για τα γένια του. Πέρα απ' ότι δεν είχαν κάτι να καταλογίσουν σε βάρος του, ήταν και ο πιο χεροδύναμος. Πέταγε το λιθάρι μακρύτερα απ' ούλους και σήκωνε το σακί τ'αραποσίτι με τόνα χιέρι. 
       Καλογιέρους δεν είχε ακόμα το χωργιό. Πέρναγε κανένας καμιαφορά από το χωριό για διακονιά και τούδιναν οι χριστιανοί ό,τι μπορούσαν. Ούτε που τους πάγαινε στο μυαλό ναντου γυρέψουν να ξουρίσει τα γένια. Αργότερα μπήκανε στην καλογερική κάποια μπαστιωτόπουλα και μπαστιωτοπούλες. Καλόγεροι γίνανε ο φιλόλογος Γιάννης κι ο φοιτητής νομικής Πάνος, παιδιά μπαρμπαΝιόνιου του Ρήγα. Ο πρώτος με τ'όνομα Χρυσόστομος κι ο άλλος με το όνομα Νεκτάριος. Καλόγριες γίνανε η Φώτο, κόρη του μπαρμπαΣωτήρη του Φωνόπουλου και η ... κόρη του ... Η πρώτη με τ'όνομα ... κι άλλη ...
       Ο μπαρμπαΣωτήρης όμως ήταν άλλη περίπτωση. Οι λαϊκοί δεν είχανε και δεν ήπρεπε ν'αφήνουν γένια, εξόν κι παγαίναν για παπάδες. Ο  μπάρμπα Σωτήρης δεμπάγενε για παπάς. Τουλάιστο δε είχε πει και δεν είχε ακουστεί κάτι τέτοιο. Έτσι τούρθε και τόκανε. Οικογενειάρχης ήτανε και δε θα ρώταγε τον και τον άλλο τι θα κάνει με τα γένια του. 
        Πρώτος του την έπεσ' ο κουρέας, ο Μήτσιος ο Παπαδόπουλος. Αυτός ο καφεντζής ήταν και  κουρέας του χωριού. Το κουρείο τόχε μονοπώλιο. Καφενεία υπήρχαν κι άλλα πιο διάσημα. Όπως του Χαρλαμόπουλου. Όλοι περνάγανε από τη μοναδική στο χωριό ξύλινη πολυθρόνα του. Και πως  φχαριστιόταν να σου στραβώνει το σβέρκο αριστερά ή δεξιά και να σ' αφήνει σ΄αυτή τη στάση και να πειράζει τον ένα και τον άλλο, χτυπώντας το ψαλίδι στη τσατσάρα, δε λέγεται. Ήταν και στο κοινοτικό συμβούλιο από το 1934 και έμπλεκε, βλέπεις, με πολλά νιτερέσα. Κι αν κάποιος παραπονιόταν που τον είχε τόση ώρα στραβολαιμιασμένο, χαμπήλωνε τα γυαλιά, σε τήραγε πάνω απ' αυτά και πέταγε και κάνα καλαμπούρι. Αυτός ο κουρέας άρχισε το πείραγμα για τα γένια του ΜπαρμπαΣωτήρη. Δεν πρέπει να τόκανε γιατ' έχανε πελατεία.
Κουρέας ήτανε κι όχι ξουρέας. Όχι πως δεν ξούριζε όσους ήθελαν. Είχε ένα ξουράφι και μια λουρίδα που το τρούχαγε. Πολλοί λίγοι πάντως, ξουρίζονταν. Οι πλειότροι ξουρίζονταν μαναχοί τους, στο σπίτι τους. Και ήταν ο πιο διάσημος του χωριού. Προσπάθησε κι ο Μπρίλος και κούρευε κι αυτός,  αλλά ο μπαρμαΜήτσιος ο Παπαδόπουλος ήταν και θα είναι ο θρυλικός κουρέας του χωριού. 
        Αυτός λοιπόν ο κουρέας - πειραχτήρι -, ξεκίνησε το πείραγμα του μπαρμπαΣωτήρη. Σε λίγο όλο το χωριό  ασχολιόταν με τα γένια του      μπαρμπαΣωτήρη. Αυτό, στο βάθος - βάθος, ευχαριστούσε όχι μόνο τα πειραχτήρια του χωριού, αλλά και τον ίδιο. 
       Δεν εινγκαιλίγο ν'ασχολείται μαζί σου όλο στο χωριό. Οι μαθητές που πήγαιναν στις μεγάλες τάξεις του οχταταξίου Γυμνασίου, πήραν το μέρος του και τον υποστήριζαν. Όλοι ήσαν εναντίον της γενειάδας. Κι ο μπαρμαΣωτήρης το απολάμβανε. Δεν έπαιρνε το μέρος κανενού. Απλά το απολάμβανε. 
         Κάποια στιγμή τα ξούρισε τα γένια χωρίς πάλι να ρωτήσει κανένα. Πολύ αργότερα ο γιος ο Λιας εξήγησε το πώς και γιατί ξούρισε τα γένια ο μπαρμπαΣωτήρης. Σαν ήρθε, λέει, το καλοκαίρι ... αυτό που δεν κατάφερε το χωριό, το κατάφερε το πελέκι! Σαν πήγε να πελεκήσει τις πεύκες του, πετιόταν το ρετσίνι στα γένια  και άιντε ναντο βγάλει. Το τι τράβηξε ο μαύρος για ναντα ξουρίσει, δε λέγεται. Καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που τ' άφηκε.
          Δεν είχε πάει σκολειό και έμαθε να διαβάζει αγοράζοντας μια Π. Διαθήκη. Διάβαζε πολύ δυνατά κι ακουγόταν σ΄όλη τη γειτονιά. Κάποιες φορές ο μεγαλύτερος αδερφός του ο Γιώρης από το διπλανό σπίτι τον διαβολόστελνε, όχι τόσο γιατί ενοχλούσε, αλλά να, σε τέτοια ηλικία και να συλλαβίζει, δεν του πάγαινε και τόσο καλά. Το φωναχτό διάβασμα ήταν υποχρεωτικό για τα μικρά σκολιαρούδια. Αυτά έπρεπε να διαβάζουν πολύ δυνατά για ν'ακούει και η γιαγιά που βαργιάκουγε και να καμαρώνει που τ' αγγόνι της μάθαινε γράμματα! Εκείνη δε μπόρεσε να πάει σκολειό και ξεστραβωθεί ... Σαν άνοιγε το σχολείο κι άρχιζαν τα μαθήματα, βούιζε όλο το χωριό  από το φωναχτό διάβασμα των παιδιών. Ο μεγαλύτερος αδερφός του μπαρμαΣωτήρη δεν διαβολόστελνε τα παιδιά. Μόνο τον αδερφό του. Ο πατέρας του δεν τούλεγε τίποτα για το φωναχτό διάβασμα τους γιου του. Αφού αυτή τη δουλειά την έκανε ο μεγάλος του γιος, γιατί να πολυσκοτίζεται κι αυτός. Εξ άλλου ήταν πολύ γέρος και ήταν μάταιο να μπερδεύεται με τέτοια πράματα
          Ούτε που το ξανασκέφτηκε να αφήκει γένια ο ΜπαρμπαΣωτήρης. Όμως το φωναχτό διάβασα της Π. Δ. το κράτησε για πολλά χρόνια. Κανένας δεν ασχολιόταν με το φωναχτό συλλάβισμα του μπαρμαΣωτήρη. 
         Έξι παιδιά ανάστησ' ο μπαρμασωτήρης.  Έφτιασε και το ξωκλήσι  του Αϊλιά στον Αϊλιά ...   Έγινε κι ο μεγαλέμπορος του χωριού μετά το 1945 ...
        Και βέβαια οι πρώτοι κάτοικοι του Τελ Μπάστα, του πρώτου οικισμού, που κατασκεύασε στον κόλπο της Άκαμπα ο homo sapiens, σαν ξεμύτισε από την υποΣαχάρια πρωτογέννα περιοχή, νοιώθαν στο πετσί τους το: πόσο καλό ήταν το χωριό με τα λίγα του σπίτια ... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου