Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

η βαντάκα

                       βαντάκα

     -Πρίν νάρθει ο δρόμος στο χωριό, ψωνίζαμε εμείς οι γυναίκες, από τη βαντάκα  του μπαρμπαΓιώρη του Κούτση...
    - ... καιτίτανε ευτούνη η Βαντάκα, ρε μάνα; 
    - Άγκρουμάσου παιδάκι μου, να μαθαίνεις και συ τα παλαιικά ... βαντάκα ήταν ...

     ... μια μικρή ντουλάπα, με 3, 4  ραφάκια στο εσωτερικό της και δυο εξώφυλλα, που ανοιγόκλειναν, σαν τα ξεκλείδωνε ο πραματευτής. Μέσα στη βαντάκα υπήρχαν του κόσμου τα καλούδια. Βελόνες μικρές για το μπάλωμα, μεγάλες για το πλέξιμο και βελονάκια για τα κεντήματα.  Ρουκέλλες - κουβαρίστρες άσπρες και μαύρες είχε σίγουρα. Για χρωματιστές ρουκέλλες, στις αρχικές του γύρες δεν είναι και πολύ σίγουρο πως είχε. Ακόμα και σήμερα ρουκέλλες χρωματιστές δεν πολυβρίσκεις. Για πολύχρωμες κλωνές, πρέπει να είχε  μασουράκια. Πρέπει … ποιος ξέρει πια ή ποιος θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες. Ίσως και να θυμάται κάποια, σαν τη γειτόνισσα την κυραΜαρία του Σταρόβα, την κυραΝτίνα από τη Ντάρντιζα ή το Βασίλη το Τζούκα, το Γιάννη του Βγεναίουνε, το Σωτήρη του Πάνου του Τσίρμπα, το Διαμαντή και πολλούς άλλους ...
         Όλοι, οι που γεννήθηκαν στο 2ο τέταρτο του 20ου αιώνα. Αν τύχει και βρεθείτε κατά Μπάστα μεριά, ρωτάτε τους. Σίγουρα ξέρουν πιο πολλά και θα σας τα πουν χαρτί και καλαμάρι και με μεγάλη τους χαρά, σαν τους πετύχετε σε καλή μέρα.  
        Κάτι μεγάλα μασούρια που ξέρουμε δε χώραγε η βαντακούλα. Εκτός από τις  απαραίτητες βελόνες και ρουκέλλες, είχε κόπιτσες, παραμάνες, καρφίτσες, καλτσοδέτες, χάντρες, μπίλιες απ’ αυτές που παλιά παίζαν τα παιδιά και άλλα πολλά στολίδια, απαραίτητα για τις Μπαστιώτισσες και τις Μπαστιωτοπούλες.

     Πολλά από αυτά τα μπιχλιμπίδια μπορούσε  και να μην τάειχε πάντα στη βαντάκα του ο μπαρμπαΓιώρης. Βελόνες όμως και ρουκέλλες είχε πάντα κι οπωσδήποτε. Σ’ ένα χωριό σαν του Μπάιστα, με κατσικόδρομους – μπουγάζια, που μπόραγε να προχωράει μόνο ένας άνθρωπος ή ένα ζω και σε κάποια σημεία να χωράει μόνο το ένα τους πόδι, με καλοθρεμμένα κι αχόρταγα λίζβατα και  βάτα, να απαιτούν το χώρο όλο δικό τους,  δύσκολα τη γλίτωναν το παντελόνια ή τα φουστάνια. Η ζημιά έπρεπε γλήγορα να μπαλωθεί.  Γι αυτό  όλα τα σπίτια είχαν βελόνα και κλονά.

   Το μπάλωμα ήταν αποκλειστική δουλειά των γυναικών. Οι κοπελιές, για να παντρευτούν, έπρεπε οπωσδήποτε να ξέρουνε να μαγιερεύουν και να πλένουν, να μπαλώνουν και να γνωρίζουνε καλά τα λάχανα – χόρτα. Αν δε τα ήξεραν αυτά, τις λέγαν ανεπρόκοφτες και  δυσκολοπαντρευόντουσαν. Το μπάλωμα βέβαια ήταν το πρώτο. Όλα τα σκουτιά - ρούχα της δουλειάς ήταν χιλιομπαλωμένα. Πολλά  δεν είχαν ίχνος από το αρχικό σκουτί. Μόνο τα μπαλώματα κι αυτά διπλομπαλωμένα. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε για τα γιορτινά μέχρι να παλιώσουν.
     Κανένας δε μπορούσε να γυρνάει στο χωριό με τρούπιο παντελόνι και να του φαινόνται τ’ αχαμνά. Ήταν ντροπής πράμα. Δε λέμε για τις γυναίκες ή τις τσιούπες. Κάτι τέτοιο δε χώραγε ούτε στο μυαλό του μπαρμπΑντρέα. Ποτέ δεν ακούστηκε στο χωριό, πως μια γυναίκα ντόπια ή φερτή  κυκλοφόρησε με τρούπιο βελέσι ή τσιούπα με τρούπιο φουστάνι. Θάχε βγει τέτοιο μόλογο, που θ’ άνοιγε η γης και θαντηνείχε καταπιεί. Τρούπες τέτοιες που να καταπίνουν τσιούπες με τρούπιο φουστάνι στου Μπάιστα δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν.  Για άλλους λόγους και αιτίες βέβαια είναι γεμάτος τρούπες ο τόπος ...

      Αυτή η ανάγκη του χωριού γέννησε και το γυρολογο μικροπραματευτή.  Με μια βαντακούλα, που λέτε, που την κουβάλαγε στημπλάτη του κι ο μπαρμπαΓιώρης  ο Κούτσης  από του Χιλιδόνι, ερχόταν στο χωριό. Με την αδύνατη ρινοφωνίτσα του διαλαλούσε: βελόνες, κουβαρίστρες, πιασματάκια. Καθρεφτάκια, καλτσοδέτες, παραμάνες, …  Καθόταν στο σκαλοπάτι της σκάλας του παπά, απίθωνε όρθια τη βαντάκα, ξεκλείδωνε και άνοιγε τα φύλα και έτοιμο το εμπόρευμα. Μαζεύονταν οι γυναίκες και αγόραζαν η καθεμιά σύμφωνα με τις ανάγκες και τον οικονομικό τράτο,  πληρώνοντας με τους τρόπους της εποχής. Και σαν κάποια δεν είχε, ποτέ δεν χάλασε τις καλές σχέσεις κάτι τέτοιο. Πάντα καλοσυνάτος ο γυρολόγος μπαρμπαΓιώρης ο Κούτσης. Κιαν κάποια δε είχε, την άλλη φορά, ποιος ξέρει, μπορεί και νάβρει ή να ξεχαστεί.  

     Σαν ήταν νιος και τόλεγε η περδικούλα του, ερχόταν με τα πόδια φορτωμένος στημπλάτη τη βαντακούλα του. Σα μεγάλωσε αρκετά και απόσταινε να παγαίνει από χωριό σε χωριό φορτωμένος την πραμάτεια του, μα και γιατί αυγατίσανε κι οι δουλειές του, αγόρασε ένα γαϊδουράκι. Τώρα η βαντάκα έγινε διπλή. Άπλωσε το εμπόρευμα και μεγάλωσε η αξία του. Το παλιό στριμωξίδι της πραμάτειας, που τη μίκραινε, έδωσε τη θέση του στο άπλωμα και την ανάδειξή της. Ούτε που χρειαζόταν πια να την ζαλώνει και ξεζαλώνει, για να την απιθώνει στη σκάλα του παπά. Ο γάιδαρος ολόρθος, πιο ψηλός κι από τη σκάλα του παπά, ανάδειχνε την μετάβαση σε άλλο επίπεδο εμπορίας και συναλλαγών.

    Αυτά από το χωριό Μπάστα, για τη βαντάκα του μακαρίτη του Κούτση, μέχρι που άνοιξαν με τις αξίνες τους οι Μπασταίοι το δρόμο, το 1954 - '55  και ήρθε το καλοκαίρι το πρώτο κάρο στο χωριό. "Νυν απολύεις τον δούλο σου..." βροντοφωνάζει ο θρυλικός καφετζής Θοδωρής ο Χαρλαμόπουλος, σα σταμάτησε το πρώτο κάρο στου Παπαδόπουλου. Ο γυρολόγος μπαρμπαΓιώρης, συνέχισε κι ερχόταν στο χωριό μέχρι που επέστρεψε στο κάστρο του, καθώς "φύσει ετάχθη". 
    
     Αργότερα η βαντάκα  αντικαταστάθηκε από  τα αυτοκινούμενα εξειδικευμένα μαγαζιά, με τα καλά όλου του ντουνιά - κόσμου. Να τα Μπακάλικα με τις ντουντούκες τους να ξεκουφαίνουν ακόμα και τους κουφούς. Να τα είδη προικός και για γεροντοκόρες. Να τα παπουτσάδικα και για τους ποδεμένους. Να τα πλαστικά τραπεζοκαρεκλάδικα μιας χρήσης, τα κουζινοπλαστικά ειδών καθαριότητας με τα σκουπίδια να το βάζουν στα ποδια.Να κι από δυοτρια τα μανάβικα να σταματάνε στους λαχανόκηπους με τις λεμονοπορτοκαλιές, τα αρνογουρουνοπουλάδικα να τρελαίνουνε τα ντόπια. Χαλασμός κυρίου στου Μπάιστα. Παραλίγο  να γυρέψουμε και τροχονόμο. 
    Για την πασίγνωστη βαντάκα, σε Μπαστιώτισσες Μπασταίους, άγνωστη σε Κρυονερίτες και Κρυονεριτάκια, ψάξαμε να βρούμε και από πού κρατάει η σκούφια της. Και να τί βρήκαμε. 
       Στο ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ του Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ σελ. 1329 στο λήμμα,( άκου λήμμα!), τη λέξη ντε, γράφει: [ βαντάκα (η)  (Ιταλ.) πολλά ομού ενδύματα (ιδίως ασπρόρουχα) περιτυλιγμέναεις ύφασμά τι, ιδίως συνδόνην. Συγγεν. μπόγος βλ. λ.: έκαμε μια βαντάκα τα άπλυτα και τα πήρε να τα πλύνη. 2) μτφ. η πλαδαρά παχύσαρκος γυνή.] 
   Με το ίδιο περιεχόμενο χρησιμοποιείται η λέξη βαντάκα στα εφτάνησα, με καταφανή την ιταλική επίδραση. 
       Στα λατινικά και ιταλικά λεξικά, που υπήρξε πρόσβαση, δε βρέθηκε η λέξη βαντάκα.
        Στο ΑΛΒΑΝΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ του ΚΩΝ/ΝΟΥ Γ. ΠΑΠΑΦΙΛΗ στη σελ. 808 υπάρχει η λέξη [ vandak, -u, -e, et [o]. το δεμάτι, το δέμα, το μάτσο, η δέσμη, η αγκαλιά, η χεροβολιά.]
       Στη γκουγκλομηχανή αναζήτησης υπάρχει στη Μηλιώτικη ιστοσελίδα  η λέξη με το ίδιο Μπασταίικο, πάνω κάτω περιεχόμενο.
       Αν έχετε κάτι και σεις, μπορείτε να το καταγράψετε σαν σχόλιο. 
    Αυτά για τη βαντάκα του Χιλιδονιάτη γυρολόγου μπαρμπαΓιώρη Κούτση.
        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου