Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Μπασταίικα τοπωνύμια

Θεόδωρος ΔημόπουλοςστοΜπάσταΠριν από 9 μήνες
* Μπασταίικα τοπωνύμια* * Ο χάρτης αυτός είναι του 1900 και αναφέρει το ιστορικό όνομα του χωριού μας και των γύρω χωριών, πριν τα βεβηλώσουν, κάποιοι θρασείς μισογραμματισμένοι. Τον χρωστάμε στο Χρ. Μήλιο από την Καυκανιά. Ακολουθεί και η σχετική επικοινωνία μας στο fecebook. Ψάχνουμε και τον ελληνικό χάρτη των αρχών του περασμένου και 
 αιώνα.* Facebook *24/10/2014 08:52 **μ.μ.** Christos Milios. κ. Δημόπουλε, καλησπέρα. Σας στέλνω τη φωτογραφία, για την οποία σας έλεγα το καλοκαίρι, για το Μ... περισσότερα »

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Τήρα μημπέσεις, για θαντιςφάς


                  Τήρα μημπέσεις, για θαντιςφάς.

     Μέχρι να γίνει το πρώτο σχολειό στου Χιλιδόνι (τέλη 19ου αιώνα) και πάνε σχολείο κάποιοι Μπασταίοι, η εκπαίδευση ήταν η ένστικτη αυτοσυντήρηση, που η φύση επέβαλε σ' όλα τα έμψυχα του Αριστοτέλη, απ' τα φυτά μέχρι τον άνθρωπο. Και  υπάκουγαν χωρίς αντίρρηση. Ακόμα και το σχολικό τ' αρνάκι τ' άσπρο και παχύ, σαν αψηφεί της μάνας του τη συμβουλή, κακό του κεφαλιού του. Ο κόσμος χάθηκε μόνο για τ' αρνί και το ... βοσκό που τόχε για το Πάσχα. Γιαυτό και οι Μπασταίοι, πολύ πριν πάνε στο σχολειό και μάθουν για τ'απρόσεκτα τ' αρνάκια, όλοι τους συμβούλευαν :  
      - παιδάκι μου, θακούς τις συμβουλές του γέρου σου, εκτός απ' τις πορδές του
    Κι αυτό λεγόταν σε τόνο ακραία σοβαρό και αυστηρό, μα σε θεμέλιο χαμογελαστό, που απόκλειε κάθε υποψία τιμωρητικής βεντέτας. Διασφάλιζε τη σιγουριά και την ασφάλεια που ήταν αναγκαία στο παιδί. 
   Και όλα τους άκουγαν, σαν λύκοι. Και πιο πολύ, σε υποψίες κινδύνου που τα αφορούσε. Τόσο που τους έμενε κουσούρι ακόμα και σαν βαργιακούγανε στα γέρατά τους. Βέβαια, δεν είχε κανένα κουφοΤάδε, το χωριό. Είχε και πάρα είχε τους κουτσούς του το χωριό. 
   Τα ατυχήματα, στις απίστευτες κακοτοπιές που αφθονούσαν στο χωριό, κανένας δε μπορούσε ν' αποφύγει. Λίγο να παραθαρρεθείς και βρέθηκες στο πι και φι, φαρδύς πλατύς στο χώμα. Και σαν ήσουν τυχερός, σε κάποια απ' τις λιγοστές του ισοτοπιές. Πολύ παλιά οι Μπασταίοι είχαν τον κουτσΑγμέτη και τον κουτσοΜάρη τους. Κανένας δε τους γνώρισε. Ίσως να  ήσαν και οι πρώτοι, που εξημέρωσαν το συγκεκριμένο τόπο, που έφερε και φέρει ακόμα το όνομά τους. Αυτοί σίγουρα πήγαν κατά πως ετάχθη, για όλα τα οργανικά και τα ανόργανα στο σύμπαν. Σώθηκαν όμως τα ονόματά τους, σαν ίχνος που άφησαν στη γη με όνομα των χωραφιών, που κληρονόμησαν το πρώτο οι Φωναίοι και τ' άλλο οι Βγεναίοι. Οι πιο νεότεροι κουτσοί του χωριού στο πρώτο μισό του 20 ου αιώνα, ήταν ο άντρας της Κουτσίνας, ο κουτσοΝτάνος, και στα γερατειά του, ο Θοδωρής από το Καρδαρίτσι. Ο κουτσοΜήτσιος ήρθ' έτσι απ' το Βελημάχι(;).
     Δεν είχαν ποτέ τους ακουστά για αυταρχικούς  ή  αντιαυταρχικούς τρόπους αγωγής. Έκαναν ό,τι και όλα τα έμψυχα του Αριστοτέλη.  Χωρίς να ξέρουν τίποτα για νόμους βαρύτητας και τέτοια, σταματούσαν με όλη τους τη δύναμη μπρος στο γκρεμό. Ακόμα και τα φυτά τις ρίζες τους, τις μπήγανε βαθιά στο τοίχο του γκρεμού κι όχι στο κενό, όσο χρήσιμο κι αν το θεωρούσε ο Λάο τσε. Αυτές τις ενδιάθετες εντολές της φύσης "διδάσκαν" στα παιδιά τους, σαν την κλώσα τα κλωσόπουλά της. Και σαν φανήκανε οι δάσκαλοι στο χωριό "ορμηνεύανε" κι αυτούς. 
      - Ξύλο δεν έχει δάσκαλε; αν και ξέραν από δική τους πείρα πως όλοι οι δάσκαλοι από αρχαιοτάτων χρόνων, μέχρι και τη 10ετία του 1970, το πρώτο παιδαγωγικό εργαλείο τους ήταν  το μαστίγιο ! Αλλά και η θεϊκή εντολή, δε διέφερε και πολύ. Το ξύλο βγήκε απ' τομπαράδεισο, τραγουδιέται ακόμα και σήμερα στην εκκλησιά τους:  "δια ξύλου ο Αδάμ παραδείσου γέγονεν άποικος". Γιαυτό κι όλοι οι Αδάμηδες του χωριού τηρούσαν ευλαβικά την εντολή του Θεού. Σταμάτησαν σαν έμαθαν πως δεν έκανε καλά αυτός ο εβραίικος θεός ... και ούτε που δίδουν σημασία οι σημερινοί απόγονοί των Μπασταίων που τ' ακούν στην εκκλησιά. Αυτά γινότανε παλιά λένε απομέσα τους και ποτέ δεν πάει το μυαλό τους να εφαρμόσουν την "εντολή" του μεγαλοδύναμου.
       Αυτό το Μπασταίικο "θεωρητικό" παιδαγωγικό υπόβαθρο, αγνοούσε τις θεωρητικές και πραχτικές κατακτήσεις της επιστήμης της παιδαγωγικής. Αυτές ήταν, και κάπου - κάπου,  είναι άγνωστες, ακόμα και στους ... δασκάλους των δασκάλων! Τί άλλο μπορεί να σημαίνουν "επιστημονικές" κατηγορητικές υπόνοιες που αφήνονται σε βάρος των παλιών ηρωικών (δες και ...) γραμματοδασκάλων !!
      - Βλέπεις εκείνα τα σύκα σε κείνο το ξέκλαρο; Ανέβα ναντα φτάσεις νανταφάμε". 
       Άλλο που δεν ήθελε το παιδί. Σαν ανέβαινε, ακούει πολύ αυστηρή τη φωνή του πατέρα,
   - "και τήρα μημπέσεις, για θαντιςφάς!" 
       Δεν είχε διαβάσει, ούτ' είχε ακούσει για τον Αιμίλιο του Ρουσό, για φυσική δικαιοσύνη και παιδαγωγική. Αυτό, γέρος πια, σαν αλλάξαν οι καιροί, το διάβασε στη βιβλιοθήκη του γιου του και κούναγε μορφάζοντας θαυμαστικά το κεφάλι του. Και σαν ρωτήθηκε, γιατί κουνούσε θαυμαστικά το κεφάλι του, απάντησε:         
      - από ευχαρίστηση. Είπε και συνέχισε να διαβάζει. Η επιμονή με παραπέρα διερευνητικές ερωτήσεις ήταν περιττές. Και τόκανε πολύ  συχνά αυτό. Σαν άρχισε να διαβάζει, ρώταγε πού και πού, για κάποιες εξηγήσεις ή και παράλογα. Κάποιες φορές μονολογούσε χαμηλόφωνα, εκφράζοντας καημό κι οργή, για το χαμένο καιρό της άγνοιας, που το ένστικτό αυτοσυντήρησης ανάγκαζε τα παλιά τα χρόνια ... 
      Τα παιδιά χαίρονται τη γνήσια αυστηρότητα, που τελειώνει πάντα με χαμόγελο κι επισφραγίζει την έντιμο ενδιαφέρον κι όχι το καπρίτσιο. Τη γνήσια αυστηρότητα απαιτεί η ένστικτη ασφάλειά του παιδιού και το χαμόγελο την επισφραγίζει ...
        
    

    

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

η βαντάκα

                       βαντάκα

     -Πρίν νάρθει ο δρόμος στο χωριό, ψωνίζαμε εμείς οι γυναίκες, από τη βαντάκα  του μπαρμπαΓιώρη του Κούτση...
    - ... καιτίτανε ευτούνη η Βαντάκα, ρε μάνα; 
    - Άγκρουμάσου παιδάκι μου, να μαθαίνεις και συ τα παλαιικά ... βαντάκα ήταν ...

     ... μια μικρή ντουλάπα, με 3, 4  ραφάκια στο εσωτερικό της και δυο εξώφυλλα, που ανοιγόκλειναν, σαν τα ξεκλείδωνε ο πραματευτής. Μέσα στη βαντάκα υπήρχαν του κόσμου τα καλούδια. Βελόνες μικρές για το μπάλωμα, μεγάλες για το πλέξιμο και βελονάκια για τα κεντήματα.  Ρουκέλλες - κουβαρίστρες άσπρες και μαύρες είχε σίγουρα. Για χρωματιστές ρουκέλλες, στις αρχικές του γύρες δεν είναι και πολύ σίγουρο πως είχε. Ακόμα και σήμερα ρουκέλλες χρωματιστές δεν πολυβρίσκεις. Για πολύχρωμες κλωνές, πρέπει να είχε  μασουράκια. Πρέπει … ποιος ξέρει πια ή ποιος θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες. Ίσως και να θυμάται κάποια, σαν τη γειτόνισσα την κυραΜαρία του Σταρόβα, την κυραΝτίνα από τη Ντάρντιζα ή το Βασίλη το Τζούκα, το Γιάννη του Βγεναίουνε, το Σωτήρη του Πάνου του Τσίρμπα, το Διαμαντή και πολλούς άλλους ...
         Όλοι, οι που γεννήθηκαν στο 2ο τέταρτο του 20ου αιώνα. Αν τύχει και βρεθείτε κατά Μπάστα μεριά, ρωτάτε τους. Σίγουρα ξέρουν πιο πολλά και θα σας τα πουν χαρτί και καλαμάρι και με μεγάλη τους χαρά, σαν τους πετύχετε σε καλή μέρα.  
        Κάτι μεγάλα μασούρια που ξέρουμε δε χώραγε η βαντακούλα. Εκτός από τις  απαραίτητες βελόνες και ρουκέλλες, είχε κόπιτσες, παραμάνες, καρφίτσες, καλτσοδέτες, χάντρες, μπίλιες απ’ αυτές που παλιά παίζαν τα παιδιά και άλλα πολλά στολίδια, απαραίτητα για τις Μπαστιώτισσες και τις Μπαστιωτοπούλες.

     Πολλά από αυτά τα μπιχλιμπίδια μπορούσε  και να μην τάειχε πάντα στη βαντάκα του ο μπαρμπαΓιώρης. Βελόνες όμως και ρουκέλλες είχε πάντα κι οπωσδήποτε. Σ’ ένα χωριό σαν του Μπάιστα, με κατσικόδρομους – μπουγάζια, που μπόραγε να προχωράει μόνο ένας άνθρωπος ή ένα ζω και σε κάποια σημεία να χωράει μόνο το ένα τους πόδι, με καλοθρεμμένα κι αχόρταγα λίζβατα και  βάτα, να απαιτούν το χώρο όλο δικό τους,  δύσκολα τη γλίτωναν το παντελόνια ή τα φουστάνια. Η ζημιά έπρεπε γλήγορα να μπαλωθεί.  Γι αυτό  όλα τα σπίτια είχαν βελόνα και κλονά.

   Το μπάλωμα ήταν αποκλειστική δουλειά των γυναικών. Οι κοπελιές, για να παντρευτούν, έπρεπε οπωσδήποτε να ξέρουνε να μαγιερεύουν και να πλένουν, να μπαλώνουν και να γνωρίζουνε καλά τα λάχανα – χόρτα. Αν δε τα ήξεραν αυτά, τις λέγαν ανεπρόκοφτες και  δυσκολοπαντρευόντουσαν. Το μπάλωμα βέβαια ήταν το πρώτο. Όλα τα σκουτιά - ρούχα της δουλειάς ήταν χιλιομπαλωμένα. Πολλά  δεν είχαν ίχνος από το αρχικό σκουτί. Μόνο τα μπαλώματα κι αυτά διπλομπαλωμένα. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε για τα γιορτινά μέχρι να παλιώσουν.
     Κανένας δε μπορούσε να γυρνάει στο χωριό με τρούπιο παντελόνι και να του φαινόνται τ’ αχαμνά. Ήταν ντροπής πράμα. Δε λέμε για τις γυναίκες ή τις τσιούπες. Κάτι τέτοιο δε χώραγε ούτε στο μυαλό του μπαρμπΑντρέα. Ποτέ δεν ακούστηκε στο χωριό, πως μια γυναίκα ντόπια ή φερτή  κυκλοφόρησε με τρούπιο βελέσι ή τσιούπα με τρούπιο φουστάνι. Θάχε βγει τέτοιο μόλογο, που θ’ άνοιγε η γης και θαντηνείχε καταπιεί. Τρούπες τέτοιες που να καταπίνουν τσιούπες με τρούπιο φουστάνι στου Μπάιστα δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν.  Για άλλους λόγους και αιτίες βέβαια είναι γεμάτος τρούπες ο τόπος ...

      Αυτή η ανάγκη του χωριού γέννησε και το γυρολογο μικροπραματευτή.  Με μια βαντακούλα, που λέτε, που την κουβάλαγε στημπλάτη του κι ο μπαρμπαΓιώρης  ο Κούτσης  από του Χιλιδόνι, ερχόταν στο χωριό. Με την αδύνατη ρινοφωνίτσα του διαλαλούσε: βελόνες, κουβαρίστρες, πιασματάκια. Καθρεφτάκια, καλτσοδέτες, παραμάνες, …  Καθόταν στο σκαλοπάτι της σκάλας του παπά, απίθωνε όρθια τη βαντάκα, ξεκλείδωνε και άνοιγε τα φύλα και έτοιμο το εμπόρευμα. Μαζεύονταν οι γυναίκες και αγόραζαν η καθεμιά σύμφωνα με τις ανάγκες και τον οικονομικό τράτο,  πληρώνοντας με τους τρόπους της εποχής. Και σαν κάποια δεν είχε, ποτέ δεν χάλασε τις καλές σχέσεις κάτι τέτοιο. Πάντα καλοσυνάτος ο γυρολόγος μπαρμπαΓιώρης ο Κούτσης. Κιαν κάποια δε είχε, την άλλη φορά, ποιος ξέρει, μπορεί και νάβρει ή να ξεχαστεί.  

     Σαν ήταν νιος και τόλεγε η περδικούλα του, ερχόταν με τα πόδια φορτωμένος στημπλάτη τη βαντακούλα του. Σα μεγάλωσε αρκετά και απόσταινε να παγαίνει από χωριό σε χωριό φορτωμένος την πραμάτεια του, μα και γιατί αυγατίσανε κι οι δουλειές του, αγόρασε ένα γαϊδουράκι. Τώρα η βαντάκα έγινε διπλή. Άπλωσε το εμπόρευμα και μεγάλωσε η αξία του. Το παλιό στριμωξίδι της πραμάτειας, που τη μίκραινε, έδωσε τη θέση του στο άπλωμα και την ανάδειξή της. Ούτε που χρειαζόταν πια να την ζαλώνει και ξεζαλώνει, για να την απιθώνει στη σκάλα του παπά. Ο γάιδαρος ολόρθος, πιο ψηλός κι από τη σκάλα του παπά, ανάδειχνε την μετάβαση σε άλλο επίπεδο εμπορίας και συναλλαγών.

    Αυτά από το χωριό Μπάστα, για τη βαντάκα του μακαρίτη του Κούτση, μέχρι που άνοιξαν με τις αξίνες τους οι Μπασταίοι το δρόμο, το 1954 - '55  και ήρθε το καλοκαίρι το πρώτο κάρο στο χωριό. "Νυν απολύεις τον δούλο σου..." βροντοφωνάζει ο θρυλικός καφετζής Θοδωρής ο Χαρλαμόπουλος, σα σταμάτησε το πρώτο κάρο στου Παπαδόπουλου. Ο γυρολόγος μπαρμπαΓιώρης, συνέχισε κι ερχόταν στο χωριό μέχρι που επέστρεψε στο κάστρο του, καθώς "φύσει ετάχθη". 
    
     Αργότερα η βαντάκα  αντικαταστάθηκε από  τα αυτοκινούμενα εξειδικευμένα μαγαζιά, με τα καλά όλου του ντουνιά - κόσμου. Να τα Μπακάλικα με τις ντουντούκες τους να ξεκουφαίνουν ακόμα και τους κουφούς. Να τα είδη προικός και για γεροντοκόρες. Να τα παπουτσάδικα και για τους ποδεμένους. Να τα πλαστικά τραπεζοκαρεκλάδικα μιας χρήσης, τα κουζινοπλαστικά ειδών καθαριότητας με τα σκουπίδια να το βάζουν στα ποδια.Να κι από δυοτρια τα μανάβικα να σταματάνε στους λαχανόκηπους με τις λεμονοπορτοκαλιές, τα αρνογουρουνοπουλάδικα να τρελαίνουνε τα ντόπια. Χαλασμός κυρίου στου Μπάιστα. Παραλίγο  να γυρέψουμε και τροχονόμο. 
    Για την πασίγνωστη βαντάκα, σε Μπαστιώτισσες Μπασταίους, άγνωστη σε Κρυονερίτες και Κρυονεριτάκια, ψάξαμε να βρούμε και από πού κρατάει η σκούφια της. Και να τί βρήκαμε. 
       Στο ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ του Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ σελ. 1329 στο λήμμα,( άκου λήμμα!), τη λέξη ντε, γράφει: [ βαντάκα (η)  (Ιταλ.) πολλά ομού ενδύματα (ιδίως ασπρόρουχα) περιτυλιγμέναεις ύφασμά τι, ιδίως συνδόνην. Συγγεν. μπόγος βλ. λ.: έκαμε μια βαντάκα τα άπλυτα και τα πήρε να τα πλύνη. 2) μτφ. η πλαδαρά παχύσαρκος γυνή.] 
   Με το ίδιο περιεχόμενο χρησιμοποιείται η λέξη βαντάκα στα εφτάνησα, με καταφανή την ιταλική επίδραση. 
       Στα λατινικά και ιταλικά λεξικά, που υπήρξε πρόσβαση, δε βρέθηκε η λέξη βαντάκα.
        Στο ΑΛΒΑΝΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ του ΚΩΝ/ΝΟΥ Γ. ΠΑΠΑΦΙΛΗ στη σελ. 808 υπάρχει η λέξη [ vandak, -u, -e, et [o]. το δεμάτι, το δέμα, το μάτσο, η δέσμη, η αγκαλιά, η χεροβολιά.]
       Στη γκουγκλομηχανή αναζήτησης υπάρχει στη Μηλιώτικη ιστοσελίδα  η λέξη με το ίδιο Μπασταίικο, πάνω κάτω περιεχόμενο.
       Αν έχετε κάτι και σεις, μπορείτε να το καταγράψετε σαν σχόλιο. 
    Αυτά για τη βαντάκα του Χιλιδονιάτη γυρολόγου μπαρμπαΓιώρη Κούτση.
        

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Κακό χωργιό τα λίγα σπίτια

Κακό χωργιό τα λίγα σπίτια.


          Κακό χωργιό τα λίγα σπίτια,  είπε κάποια στιγμή ο Κυργιάκος του παπά, σαν την πέσαν όλοι του μπαρμαΣωτήρη του Φωνόπουλου, για να ξουρίσει 
σώνει και καλά τα γένια  του. Το περασμένο Φθινόπωρο, σαν πιάσαν οι βροχές και σταμάτησε το πελέκι της πεύκας, πως τούρθε του μπαρμπαΣωτήρη να αφήκει γένια. Δε συνηθιζόταν κάτι τέτοιο στο χωριό. Μόνο ο παπάς άφηνε γένια και οι καλόγεροι και τους απαγορευόταν, όχι μόνο ναντα ξουρίζουν, μα ούτε και ναντα περποιγιούνται. Όταν ήθελαν να πουν κάτι κακό για παπά, λέγανε:
 "αυτός δεν είν' παπάς. Αυτός θέλει ξούριζμα". 
       Ο παπαΧρήστος, παπάς του χωριού είχε μια γενειάδα πεταχτή προς τα μπρος. Κανένας δεν τόλμησε ποτέ να του πει κάτι για τα γένια του. Πέρα απ' ότι δεν είχαν κάτι να καταλογίσουν σε βάρος του, ήταν και ο πιο χεροδύναμος. Πέταγε το λιθάρι μακρύτερα απ' ούλους και σήκωνε το σακί τ'αραποσίτι με τόνα χιέρι. 
       Καλογιέρους δεν είχε ακόμα το χωργιό. Πέρναγε κανένας καμιαφορά από το χωριό για διακονιά και τούδιναν οι χριστιανοί ό,τι μπορούσαν. Ούτε που τους πάγαινε στο μυαλό ναντου γυρέψουν να ξουρίσει τα γένια. Αργότερα μπήκανε στην καλογερική κάποια μπαστιωτόπουλα και μπαστιωτοπούλες. Καλόγεροι γίνανε ο φιλόλογος Γιάννης κι ο φοιτητής νομικής Πάνος, παιδιά μπαρμπαΝιόνιου του Ρήγα. Ο πρώτος με τ'όνομα Χρυσόστομος κι ο άλλος με το όνομα Νεκτάριος. Καλόγριες γίνανε η Φώτο, κόρη του μπαρμπαΣωτήρη του Φωνόπουλου και η ... κόρη του ... Η πρώτη με τ'όνομα ... κι άλλη ...
       Ο μπαρμπαΣωτήρης όμως ήταν άλλη περίπτωση. Οι λαϊκοί δεν είχανε και δεν ήπρεπε ν'αφήνουν γένια, εξόν κι παγαίναν για παπάδες. Ο  μπάρμπα Σωτήρης δεμπάγενε για παπάς. Τουλάιστο δε είχε πει και δεν είχε ακουστεί κάτι τέτοιο. Έτσι τούρθε και τόκανε. Οικογενειάρχης ήτανε και δε θα ρώταγε τον και τον άλλο τι θα κάνει με τα γένια του. 
        Πρώτος του την έπεσ' ο κουρέας, ο Μήτσιος ο Παπαδόπουλος. Αυτός ο καφεντζής ήταν και  κουρέας του χωριού. Το κουρείο τόχε μονοπώλιο. Καφενεία υπήρχαν κι άλλα πιο διάσημα. Όπως του Χαρλαμόπουλου. Όλοι περνάγανε από τη μοναδική στο χωριό ξύλινη πολυθρόνα του. Και πως  φχαριστιόταν να σου στραβώνει το σβέρκο αριστερά ή δεξιά και να σ' αφήνει σ΄αυτή τη στάση και να πειράζει τον ένα και τον άλλο, χτυπώντας το ψαλίδι στη τσατσάρα, δε λέγεται. Ήταν και στο κοινοτικό συμβούλιο από το 1934 και έμπλεκε, βλέπεις, με πολλά νιτερέσα. Κι αν κάποιος παραπονιόταν που τον είχε τόση ώρα στραβολαιμιασμένο, χαμπήλωνε τα γυαλιά, σε τήραγε πάνω απ' αυτά και πέταγε και κάνα καλαμπούρι. Αυτός ο κουρέας άρχισε το πείραγμα για τα γένια του ΜπαρμπαΣωτήρη. Δεν πρέπει να τόκανε γιατ' έχανε πελατεία.
Κουρέας ήτανε κι όχι ξουρέας. Όχι πως δεν ξούριζε όσους ήθελαν. Είχε ένα ξουράφι και μια λουρίδα που το τρούχαγε. Πολλοί λίγοι πάντως, ξουρίζονταν. Οι πλειότροι ξουρίζονταν μαναχοί τους, στο σπίτι τους. Και ήταν ο πιο διάσημος του χωριού. Προσπάθησε κι ο Μπρίλος και κούρευε κι αυτός,  αλλά ο μπαρμαΜήτσιος ο Παπαδόπουλος ήταν και θα είναι ο θρυλικός κουρέας του χωριού. 
        Αυτός λοιπόν ο κουρέας - πειραχτήρι -, ξεκίνησε το πείραγμα του μπαρμπαΣωτήρη. Σε λίγο όλο το χωριό  ασχολιόταν με τα γένια του      μπαρμπαΣωτήρη. Αυτό, στο βάθος - βάθος, ευχαριστούσε όχι μόνο τα πειραχτήρια του χωριού, αλλά και τον ίδιο. 
       Δεν εινγκαιλίγο ν'ασχολείται μαζί σου όλο στο χωριό. Οι μαθητές που πήγαιναν στις μεγάλες τάξεις του οχταταξίου Γυμνασίου, πήραν το μέρος του και τον υποστήριζαν. Όλοι ήσαν εναντίον της γενειάδας. Κι ο μπαρμαΣωτήρης το απολάμβανε. Δεν έπαιρνε το μέρος κανενού. Απλά το απολάμβανε. 
         Κάποια στιγμή τα ξούρισε τα γένια χωρίς πάλι να ρωτήσει κανένα. Πολύ αργότερα ο γιος ο Λιας εξήγησε το πώς και γιατί ξούρισε τα γένια ο μπαρμπαΣωτήρης. Σαν ήρθε, λέει, το καλοκαίρι ... αυτό που δεν κατάφερε το χωριό, το κατάφερε το πελέκι! Σαν πήγε να πελεκήσει τις πεύκες του, πετιόταν το ρετσίνι στα γένια  και άιντε ναντο βγάλει. Το τι τράβηξε ο μαύρος για ναντα ξουρίσει, δε λέγεται. Καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που τ' άφηκε.
          Δεν είχε πάει σκολειό και έμαθε να διαβάζει αγοράζοντας μια Π. Διαθήκη. Διάβαζε πολύ δυνατά κι ακουγόταν σ΄όλη τη γειτονιά. Κάποιες φορές ο μεγαλύτερος αδερφός του ο Γιώρης από το διπλανό σπίτι τον διαβολόστελνε, όχι τόσο γιατί ενοχλούσε, αλλά να, σε τέτοια ηλικία και να συλλαβίζει, δεν του πάγαινε και τόσο καλά. Το φωναχτό διάβασμα ήταν υποχρεωτικό για τα μικρά σκολιαρούδια. Αυτά έπρεπε να διαβάζουν πολύ δυνατά για ν'ακούει και η γιαγιά που βαργιάκουγε και να καμαρώνει που τ' αγγόνι της μάθαινε γράμματα! Εκείνη δε μπόρεσε να πάει σκολειό και ξεστραβωθεί ... Σαν άνοιγε το σχολείο κι άρχιζαν τα μαθήματα, βούιζε όλο το χωριό  από το φωναχτό διάβασμα των παιδιών. Ο μεγαλύτερος αδερφός του μπαρμαΣωτήρη δεν διαβολόστελνε τα παιδιά. Μόνο τον αδερφό του. Ο πατέρας του δεν τούλεγε τίποτα για το φωναχτό διάβασμα τους γιου του. Αφού αυτή τη δουλειά την έκανε ο μεγάλος του γιος, γιατί να πολυσκοτίζεται κι αυτός. Εξ άλλου ήταν πολύ γέρος και ήταν μάταιο να μπερδεύεται με τέτοια πράματα
          Ούτε που το ξανασκέφτηκε να αφήκει γένια ο ΜπαρμπαΣωτήρης. Όμως το φωναχτό διάβασα της Π. Δ. το κράτησε για πολλά χρόνια. Κανένας δεν ασχολιόταν με το φωναχτό συλλάβισμα του μπαρμαΣωτήρη. 
         Έξι παιδιά ανάστησ' ο μπαρμασωτήρης.  Έφτιασε και το ξωκλήσι  του Αϊλιά στον Αϊλιά ...   Έγινε κι ο μεγαλέμπορος του χωριού μετά το 1945 ...
        Και βέβαια οι πρώτοι κάτοικοι του Τελ Μπάστα, του πρώτου οικισμού, που κατασκεύασε στον κόλπο της Άκαμπα ο homo sapiens, σαν ξεμύτισε από την υποΣαχάρια πρωτογέννα περιοχή, νοιώθαν στο πετσί τους το: πόσο καλό ήταν το χωριό με τα λίγα του σπίτια ... 

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

         Δε σ' αγριοτήραξε η πείνα ...

       Πέρναγε, που λες ο πατέρας σου μπροστά από το σπίτι μου - ξέρεις, ο δρόμος πέρναγε από το σπίτι μου, το σπίτι του Μπιτζαραίουνε, πίσω απ' το σπίτι τ' αδερφού μου του Σπύρου, πού είναι στη Γερμανία, μπροστά από τα σπίτια του Λαμπραίουνε, πάνω από τον κήπο του Παπαδόπουλου κι έβγαινε στο νεκροταφείο και πάγαινε κατά Λιβάδι μεργιά -, πέρναγε , που λές ο πατέρας σου και φωνάζει στον πατέρα μου
       - Κώστα, ώωρε Κώστα, δε μου δίνεις κείντο παλιόπαιδο να ρίξει το σπόρο στου Μούρη; 
      Και χωρίς ναντουειπεί ο πατέρας μου ναι ή όχι ...
      - Θοδωρή, τσακίσου να ρίξεις το σπόρο ...
 Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ ...
      -Πήγα, που λες στου Μούρη, 5-6 στρέμματα ήταν το χωράφι, έριξα όλη μέρα το σπόρο, έφαγα καλά και το φχαριστήθηκα! ...
      - Καλά, παιδί πράμα, 4-5 χρονώ, δεν  απόστασες πέρα δώθε, πέρα δώθε όλη μέρα;
      -Δε θυμάμαι τέτοια. Έβραζε το αίμα μας. Στο πι και φι και για το τίποτα, βρισκόμαστε στου Κούμιση ή στο ποτάμι. Αυτό που μούειναι μεινεμαίνο και δεν το ξεγνά ποτέ μου, είναι που την πέτσωσα για τα καλά. 
   -Τί ευχαρίστηση κι αυτή, μονολογεί, κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι με σφιγμένα χείλη κοιτάζοντας, στ' αριστερά του για να πει:  Δε σ' αγριοτήραξε η πείνα ... 
    Εδώ αχνοφάνηκε σαν αστραπή η φυσική δικαιοσύνη! Σα δε γευτείς τα όρια δε θα καταλάβεις τι πα να πει τ' αγριοκοίταγμα   της  πείνας ! 
     Μετά από τη μικρή σιωπή, ολόγιομη απ' την κραυγή   
   - Αν στραβοπάταγα στ' αυλάκια; 
Το στραβοπάτημα στα αυλάκια;
   - Α! γκρεμιζόμουνα κάθε λίγο και λιγάκι, αλλά δε μ' ένοιαζε.
    Την άλλη και την παράλλη, ξαναπήγα στου Αραδημακάκη, καμιακοσιαριά στρέμματα ήταν το χωράφι, και την τήλωσα, που λες, για τα καλά. 

Η κουβέντα έγινε προπέρσι,  2013 ...

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

... να μάθουν δυο κλειδέρες γραμματα..

Έχουμε και λέμε για τους σπουδαγμένους Μπασταίους και Μπαστιωτόπουλα : με το ΒΔ  626/14/1847 διορίστηκε ειδικός δημαρχιακός πάρεδρος για το χωριό Μπάστα ο Κώστας Ντέμος  (δες και Κ. Μπασέτα ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΗΛΕΙΑΣ σελ. 205 & 206). Το 1860 εκλέγεται ειδικός πάρεδρος στο Δήμο Ωλένης για το χωριό Μπάστα, ο Ιωάννης Ντζούκας (ό.π. σελ 212). Αυτοί οι δύο Μπασταίοι δεν είναι καθόλου βέβαιο πως γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, αφού ο Σ. Γ. εκπρόσωπος του Χελιδονιού στο Δήμο είναι αγράμματος (ό.π. σελ. 213), αφού κριτήριο ήταν το: "... δεν έχει χρέη ... " !!
Το 1848, σίγουρα έμαθαν κολλυβογράμματα,  στοιχειώδη γνώση ανάγνωσης και γραφής,  ο παπαΘόδωρος(;), παππούς του Μήτσιου του Παπαδόπουλου και ο αναγνώστης Παγώνης, παππούς του Αλέκου, πρωτοψάλτη, για χρίνια του καθεδρικού ναού του χωριού. Αυτοί πρέπει να είναι οι πρώτοι γραμματισμένοι του χωριού. Και βέβαια πρέπει να τους έμαθε τα κολλυβογράμματα η μητρόπολη για να μπορεί να λειτουργήσει η νεόχτιστη (1848) εκκλησιά τους. Απ' αυτούς τους δυό πρέπει να έμαθαν κολυβογράμματα ο γεροΖιόγκας (Βγενόπουλος), προππάπος του Λεωνίδα και αδερφές του, ψάλτης κι αυτός του χωριού. Γύρω στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αρκετοί Μπασταίοι πήγαν στο σχολαρχείο της Καλολετσής(;). Οι Μπασταίοι που ξέραν ανάγνωση και γραφή ήσαν: ο  Ιωάννης Ντζούκας Τζουκογιάνης, σύμβουλος στο Κοινοτικό Συμβούλιο (ό.π. σελ.212)  ...
(Έχει κι άλλα, ... πολλά.)



Το χωριό Μπάστα 
                     Θεόδωρος Γ. Δημόπουλος
                                           Εκπαιδευτικός

Η ιστορία του με δυο κουβέντες Βορειοανατολικά της Αρχαίας Ολυμπίας και σε απόσταση εννιά χιλιομέτρων σε ευθεία, βρίσκεται το χωριό Κρυονέρι. Από το 1998 είναι Δημοτικό Διαμέρισμα του ομώνυμου Δήμου. Για 8, τουλάχιστο, αιώνες, ονομαζόταν Μπάστα. Ο μεγάλος λοιμός που ξέσπασε στα μέσα του 14ου αιώνα (1347-1350) και η ελονοσία, μείωσαν δραματικά τον πληθυσμό της Ηλείας. Σε αντικατάσταση του ανθρώπινου δυναμικού, κλήθηκαν από τον Εμμανουήλ Κατακουζηνό (1348–1380) και αργότερα τους Παλαιολόγους και ήρθαν στην Ηλεία δέκα χιλιάδες Αλβανοί. Στο λοιμό αυτό, οι κάτοικοι των χωριών, Μπάστα και Καλολετσή του Δήμου Ωλένης και Μηλιές του Δήμου Ολυμπίων, απεβίωσαν όλοι. Μετά το λοιμό ήρθαν και κατοίκησαν στα χωριά αυτά Αρβανίτες, ορθόδοξοι χριστιανοί. Μέχρι το 1950, τέσσερα χωριά στην Ηλεία θεωρούνταν ακόμα Αλβανόφωνα. [Γ. Παπανδρέου Δ. Φ. Γυμνασιάρχου: «Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων», 1924 σελ.34 και 340 & Κ .Ν. Ηλιόπουλου στο "ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ", 1948 σελ.169]. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει, πως το χωριό Μπάστα υπάρχει πολύ πριν από το μεγάλο λοιμό του 1350 και την μετέπειτα εποίκισή του. Τρία από τα χωριά αυτά είναι γειτονικά και βρίσκονται στους πρόποδες της Φολόης. Είναι τα χωριά Μπάστα, Καλολετσή και Μηλιές. To τέταρτο είναι το χωριό Κώμη και βρίσκεται στο Δήμο Βουπρασίων. Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, οι Μπασταίοι μιλούσαν μαζί με τα Ελληνικά και τα Αρβανίτικα, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η αλλαγή του ονόματος του χωριού το 1928, από Μπάστα σε Κρυονέρι, σηματοδοτεί και το τέλος της Αρβανίτικης γλώσσας. Τα παιδιά των Μπασταίων δεν έμαθαν Αρβανίτικα και φυσικά δεν μίλησαν τη γλώσσα. Το όνομα του χωριού Μπάστα είναι λέξη Ιταλική. Σήμερα είναι σε καθημερινή χρήση στη γείτονα χώρα. Στα Ελληνικά σημαίνει: φτάνει, ως εδώ, ως εδώ και μη παρέκει, αλλά και το όριο. Η αρχαία ελληνική λέξη βαστάζω, πέρασε στη Λατινική και από κει στην Ιταλική και ξαναγύρισε στην Ελληνική με τη γλωσσική αυτή μορφή [τα αντιδάνεια είναι συνηθισμένα γλωσσικά φαινόμενα]. Πολλοί χρησιμοποιούν τη λέξη σε στιγμές αγανάχτησης: Μπάστα πια, φτάνει πια, τέλος. Basta Time for Italy to sack …, λέει η προεκλογική ιταλική αφίσα του 2006. Οι κατάσπαρτες ενετικές ελιές, το μισοτελειωμένο ενετικό Κάστρο στα Κιόνια, η δυτικής τεχνοτροπίας εικόνες στην εκκλησιά, η αρχιτεκτονική των ναών και των καμπαναριών, ιδιαίτερα το παλιό, τα πάμπολλα ιταλόηχα τοπωνύμια, που ακόμα δεν έχουν αλλάξει, καθώς και πολλές λέξεις στο καθημερινό Μπασταίικο λεξιλόγιο, παραπέμπουν σε γεννητούρια Ενετικά και σε χρόνους πιο πριν και από το 1204. Ανήκομεν εις την δύσιν [Πασίγνωστη φράση του Κων/νου Καραμανλή στη στις αρχές της 10ετίας του ’60} και είμεθα Ευρωπαίοι από γεννησιμιού μας! Μετά την επανάσταση του 1821, κατά την πρώτη καταγραφή των οικισμών του Μοριά, το έτος 1828, αναφέρεται το χωριό μας, ως: «Οικισμός Μπάστα - Διοίκηση Γαστούνη» [Οικισμοί του Μοριά κατά το έτος 1828. Πελοποννησιακά" 8 /1971 Τ. Γριτσόπουλος]. Στις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης του Ελληνικού κράτους, το 1836, καταγράφεται και πάλι ως: «Οικισμός Μπάστα - Δήμος Ώλενος - Διοίκηση Ηλείας» [Οι οικισμοί της Ελλάδας ΦΕΚ 80 28/12/1836]. Στις καταγραφές που έγιναν κατά τα έτη 1840 [Οι οικισμοί της Ελλάδας ΦΕΚ 22 18/12/1840], 1841 [Οι οικισμοί της Ελλάδας ΦΕΚ 5 8/3/1841] και 1842 [Οι οικισμοί της Ελλάδας ΦΕΚ 25 25/10/1842], αναφέρεται: «Οικισμός Μπάστα - Δήμος Ωλενιαίων - Διοίκηση Ηλείας». Στην καταγραφή του 1845 [Οι οικισμοί της Ελλάδας Νόμος ΚΕ΄5/12/1845], το χωριό Μπάστα αναφέρεται έτσι: «οικισμός Μπάστα - Δήμος Ωλένης - Διοίκηση Ηλείας». Το 1912, με την κατάργηση του Δήμου Ωλένης, οι συνοικισμοί Μπάστα και Χελιδόνι απαρτίζουν κοινότητα με έδρα το Χελιδόνι [Β. Δ.18-8-1912, ΦΕΚ.256/1912]. Το 1928, με κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, το Υπουργείο Εσωτερικών, άλλαξε το όνομα του χωριού Μπάστα σε Κρυονέριον [Δ. 19-7-1928 ΦΕΚ. Α 156 /1928]. Το 1932 αναγνωρίζεται, για πρώτη φορά, σαν ανεξάρτητη κοινότητα με έδρα το Κρυονέριον [Δ.20-2-1932, ΦΕΚ. Α 49/193211]. Η αλλαγή του ονόματος δεν έγινε αποδεκτή από τους Μπασταίους, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Αυτό φαίνεται κι από τις ενέργειες [Επίσκεψη του Νομάρχη το 1937] της διοίκησης της Μεταξικής δικτατορίας στην προσπάθειά της να τους πείσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι το 1940, μετονόμασε το συνοικισμό και κοινότητα Κρυονερίου σε Μοναστήριον [Β. Δ. 28-8-1940, ΦΕΚ. 271/1940]! Αυτή η εκδικητική ενέργεια της διοίκησης, εξόργισε και γέμισε με θυμό τους Μπασταίους και ιδιαίτερα τις Μπαστιώτισσες. Η διοίκηση με την παμπόνηρη αυτή διαδικασία άσκησε ακραίο εκβιασμό. Το 1953 μετονόμασε το συνοικισμό και κοινότητα Μοναστηρίου σε κοινότητα Κρυονερίου [Β. Δ. 23-7-1953, ΦΕΚ. Α 195/1953]. Τα δύσκολα εκείνα χρόνια οι Μπασταίοι δώσανε τόπο στην οργή, αλλά ποτέ δεν συμφώνησαν μ’ αυτό που έγινε. Τι να κάναμε , παιδί μ’, ήταν η γεμάτη πόνο απάντηση. Οι διοίκηση θεωρούσε βαρβαρικό το όνομα Μπάστα και για να το εξελληνίσει, βάλθηκε να το αλλάξει. Η αλλαγή του ονόματος του χωριού, από Μπάστα σε Κρυονέριον, από Κρυονέριον σε Μοναστήριον και από Μοναστήριον πάλι σε Κρυονέριον και όχι σε Μπάστα, ήταν μια τραγωδία, που θα μπορούσε να έχει τίτλο: «Α σιχτίρ πια ... », που ξεστόμισε στην αγανάκτησή του ο τότε πρόεδρος του χωριού Ν. Γεωργίου. Το χιλιόχρονο όνομα του χωριού των πατεράδων και μανάδων μας, παππούδων και γιαγιάδων, πάππων προσπάππων, μέχρι και του πρώτου οικιστή, που κι αυτός, σίγουρα αναπαύεται στα χώματά του, επιστρέφει και αντηχεί στα αφτιά μας, σαν οι κοντοχωριανοί μας λένε: « … Αα, απ’ του Μπάιστα …, έτσι πες το χριστιανέ μου». Αφιερώνεται στη μνήμη όλων των Μπασταίων, πάππων προσπάππων, μέχρι και του πρώτου κάτοικου του χωριού Μπάστα. Θεόδωρος Γ. Δημόπουλος, εκπαιδευτικός

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

καλά κρασά

Ο Χρήστος Δημητρακόπουλος πρόσθεσε 3 Μαΐου στις 3:53 μ.μ. · 
Νοουμένου ότι το υπό ϕύτευσην τεμάχιον έχει διέλθει τις προβλεπόμενες εργασίες ( αγρανάπαυσην, βαθύν όργωμαν, ξεπέτρισμαν, σπάσιμον πέτρας όπου χρειαστεί), ακολουθεί το σημάδιασμαν βάσει του οποίου θα καθοριστούν οι αποστάσεις μεταξύ γραμμών και ϕυτών, έτσι ώστε οι συνακόλουθες διαδικασίες να κυλήσουν ομαλάν.
Ακόμαν και σήμερα ακολουθείται η παραδοσιακή μέθοδος ϕυτέματος. Κύριοι συντελεστές ο Σκαλιέρης, ο Ποτιστής, ο Φυτευτής, ο Σπιλαστής και ο Κλαδευτής. Καθένας είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί ευλαβικά τον ρόλον του σε κάθε βήμαν για να γίνει σωστά ή όλη διαδικασία. Από την στιγμήν που ο Σκαλιέρης αρχίζει με την Σκάλαν να ανοίγει λάκκον στο έδαϕος ,ο Ποτιστής ϕροντίζει να ρίχνει νερό στο άνοιγμαν, για να διευκολυνθεί η διείσδυση της Σκάλας και να αποκτήσει υγρασίαν η υποδοχή. Ακολούθως ο Φυτευτής τοποθετεί όσον πιό βαθειάν γίνεται το έρριζον ή αυτόριζον ϕυτόν στην οπήν. Επόμενος ακολουθεί ο Σπιλαστής, ο οποίος με έναν απλόν ξύλινον εργαλείον , το Σπιλαστήριν, γεμίζει - σπιλάζει το κενόν του λάκκου, όπου τώρα πλέον έχει τοποθετηθεί το ϕυτόν με χώμαν, έτσι ώστε το ριζωμένον μόσχευμαν να βρεθεί σε ιδανικόν περιβάλλον, να προσαρμοστεί, να αντλήσει τροϕήν από την μάνναν γήν, να αναπτύξει νέον ρίζωμαν, βλαστούς κ.ού.κ. Τελευταίος ο Κλαδευτής ϕροντίζει με το κλαδευτήριν του να αϕήνει 2 οϕθαλμούς στο ϕυτόν πάνω από το χώμαν.

Θεόδωρος Δημόπουλος
Άξιος ο μισθός σας και καλά κρασιά.

Χρήστος Δημητρακόπουλος
για την ώραν αμισθί.

Θεόδωρος Δημόπουλος
Ε, δε θέλω νανταμαθαίνω κιούλα. Έχει ο θεός, λέγαν οι Μπασταίοι. Τελευταία οι απόγονοί τους βλέποντας να λιγοστεύουν οι απολαβές τους, αμϕισβητούν πως έχει θεός... Λες να εχει κηρύξει πτώχευση;!

Χρήστος Δημητρακόπουλος
Με το δίκιο τους οι μπαϊσταίοι, άιντε και τώρα πούχω ντέρτια να μας βάλω και μιαν μπόμπαν, όχι μόνον τους Μπαϊστέους, αλλά και τους Χελιδοναίους , τους Καλολετσιάνους τους Καυκαναίους, τους Γουμεραίους, τους Περσαιναίους και όλους τέλος πάντων τους πατριώτες της περιοχής.Να μαζέψουμε τον χρόνον τον κόπον και το χρήμα πούχουμε βάλει για γεμίσουμε τον τόπον εκκλησιές και ξωκκλήσια , για υπολογήστε τα, θάχαμε ϕτιάσει χρήσιμα για την ντόπια κοινωνία, νοσοκομεία , σχολεία και πανεπιστήμια. και όχι μόνο στην Ηλεία.................. και μετά μας ϕταίνε οι άλλοι

Θεόδωρος Δημόπουλος
Πάντως μας ϕταίνε οι τοκογλύϕοι. ... Αυτοί κλέβουν και της παναγιάς τα μάτια, λέγαν οι Μπασταίοι, θα λυπόντουσαν τα έχει του θεού... ας τα να πάνε, να πάμε και μεις να σβερκωθούμε ... όνειρα ... όπως τα θες!

Χρήστος Δημητρακόπουλος
Άστους τοκογλύϕους , Νοσοκομεία, Σχολεία και Πανεπιστήμια και άμα ξεστραβωθούμε τα ξαναλέμε, καληνύχτα και όνειρα σκανταλισμένα, στην άλλην ζωήν αλλονών λογαριασμός

Θεόδωρος Δημόπουλος
Τα κρεβάτια στα νοσοκομεία τα κρατάει η ιδιωτική πρωτοβουλία (καθηγητάδες με τις λίστες) για τους ιδιωτικούς τους πελάτες. Σχολεία με 4 μαθητές και 15 καθηγητές. Πανεπιστήμια να ϕανε κι οι κότες... Μιλάμε για το ελλάδα κι όχι για σάιπρους μεργιά.

Χρήστος Δημητρακόπουλος
Νοσοκομεία , σχολεία, πανεπιστήμια, να ξεστραβωθεί και να βρει την υγειάν του ο κοσμάκης,


Χρήστος Δημητρακόπουλος
Κατάθεσε ξάδερϕε, στην Ηλεία, πόσα Νοσοκομεία, Σχολεία και Πανεπιστήμια ευημερούν, ή πόσα και ποιά Μοναστήρια πνίγονται στην χλιδήν ένεκα της αχαραχτήριστης τάσης του ποιμνίου να καταθέτει από το υστέρημάν του σε κάθε παγκάρι...
Νοσοκομεία, Σχολεία, Πανεπιστήμια , για σωματικήν ψυχικήν και πνευματικήν υγείαν
Μου αρέσ

Θεόδωρος Δημόπουλος
Ο Μαρξ τη λα'ι'κή θρησκευτικότητα την ορίζει ως "καρδιά ενός άκαρδου κόσμου"! Τους μοναχούς η κοινοκτημονική εκκλησία των 3 πρώτων αιώνων τους είχε αϕορεσμένους - αποκομένους, γιατί αντικατέστησαν το στρατηγικό στόχο της κοινοκτημοσύνης με την ακτιμοσύνη, δηλ. τα παρέδιδαν όλα στους πλουτοκράρες !!! Ο μοναχισμός δεν είναι χριστιανικό κίνημα, γιατί, ενώ ομολογούν "εν βάπτισμα" το απαρνούνται με την καλογερική κουρά! Και ενώ η Κ. Δ. ρητά επιτάσσει ο επίσκοπος (δεσπότης) να είναι παντρεμένος με μια γυναίκα, οι καλόγεροι - δεσποτάδες στην 4η οικ. σύνοδο, επέβαλαν τη αγαμία. 
Η πολιτεία, με το Μ. Κων/νο αρχικά, και το Θεοδόσιο Α', όχι μόνο γκρέμισε, σαν τους σημερινούς τζιχαντιστές, ό,τι έχτισε η αρχαία Ελλάδα ως ειδωλολατρικό δημιούργημα, κάργησε και τον κοινοκτημονικό πρωτοχριστανισμό και επέβαλε τη μοναχοκρατία,που αναπτύχτηκε τόσο, που με την εικονομαχία, ταλάνισε την αυτοκρατορία και με τη διαϕθορά ταλανίζει ακόμα και σήμερα την ανθρωπότητα. Ο καλογερισμός, είναι η καταϕυγή παρασσρμένων, αποτυχημένων ανθρώπων, που με το σχήμα τους δελεάζουν αϕελείς. Δεν έχουν καμιά σχέση με τους ταπεινούς οικογενειάρχες ρασοϕόρους των χωριών, που οι καλόγεροι δεσπάδες τηραννούν, καταπιέζουν και βασανίζουν ... Θες κι άλλα; Μάλλον ϕτάνουν, αν δε περσεύουν ...

Χρήστος Δημητρακόπουλος
Άσε τον Μάρξ και έλα στο ζητούμενο. Νοσοκομεία, Σχολεία Πανεπιστήμια, πόσα έχει στην Ηλεία σε σχέση με τα προσκυνητάρια , ξωκκλήσια , εκκλησίες , μοναστήρια, σκήτες,.... όπου αθόρυβα καταθέτει το ποίμνιον τον οβολόν του, ενώ για την υγείαν του ...παπάρια... μήπως δεν τα πλέρωσε το ποίμνιον;

Θεόδωρος Δημόπουλος
Δεν εξαιρώ κανένα. Ο καλλίτερος επιστημονικά λόγος - ύμνος, για τη μπάχτι (λα'ι'κή) θρησκευτικότητα την είπε ο ΜΑΡΞ και το ξέρω αυτό καλλίτερα απ' τον καθένα. 
Με την εισαγωγή της ϕοροκάρτας, τελειώνει το μαύρο χρήμα και ο ΦΠΑ και ο ϕέρος πηγαίνει κατευθείαν στα ταμεία του κράτους και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Απολύτως καμιά συναλλαγή χωρίς ταμειακή και κάρτα συναλλαγών και τότε να δεις πως ανθίζει το κοινωνικό κράτος, οι μισθοί και οισυντάξεις, ακόμα και η αποπληρώμη των ... ληστρικών τοκογλύϕων.
Για τα νοσοκομεία: Στον Πύργο έχει δύο. Το παλιό και το καινούργιο. Έχει και άλλο ένα στην Αμαλιάδα. Κέντρα Υγείας έχει στα Ολύμπια και σε όλα τα μεγαλοχώρια. Αν με ρωτάς για το προσωπικό τους, ρώτα τους δανειστές της ... αλληλέγγυας - άκου αλληλέγγυας! - ΕΕ !. Και για να μην ξεχνάμε και ελλόγου μας, από όσα ξέρω πολύ καλά - και δε δέχομαι καμιά αντίρρηση -, οι ϕαρμακοβιομηχανίες με την απλόχερη προπαγάνδα -στήριξη - σχεδόν όλωντων μεγαλομικρογιατρών, σε όλη η πολιτισμένη ανθρωπότητα, καθε ασθενής, πραγματικός ή κατά ϕαντασίαν, θέλει σε 24ωρη βάση, 3 γιατρούς στο σπίτι και πάνω από το κρεβάτι του στο νοσοκομείο, από ένα τουλάχιστο γιτρό κάθε ειδικότητας ... 
Σχολεία έχει πολλά περισότερα από όσα είναι αναγκαία. Στου Λάλα, στου Κρεκούκι και ... Νηπιαγωγίο - Δημοτικό στου Χιλιδόνι... Τα παιδιά λιγοστεύουν και τα χωριά και τα σχολειά ερημώνουν και ο απόκρυϕος ϕασισμός αποκλείει την αναζωογόνηση με τη ϕυσική λύση, αυτή της μετανάστευσης. Θα ήταν μεγάλη βλακεία να χτίσουν κι άλλα ... 
Όσον αϕορά το προσωπικό των σχολείων, αν και είμαι συνταξιούχος από το 2005, μαθαίνω πως, η αναλογία είναι ένας δάσκαλος -καθηγητής - για 8 με 10 μαθητές. Εγώ ήμουν μαθητής στο Κρεκούκι σε τάξη με 160 παιδιά και δίδαξα το 1965-66 σε τάξη με 106 μαθητές και τα θυμάμαι ούλα τους, αλλά και, καθώς μούλεγε ένας Λαλαίος αστυνόμος που υπερέτησε στο Πεταλίδι, με θυμούνται και κείνα. 

Για τα εξωκλήσια: Δε θα είχα αντίρρηση αν ήταν όλα ορθάνοιχτα, σαν αυτά στο Καλλίδρομο για να καταϕεύγουν στην κακοκαιρία ανθρώποι και ζα. Για τα κλειδαμπαρωμένα, ας μην πω απολύτως τίποτα, μιας και τα υπονόησες όλα εσύ. Αν κάνω λάθος, πές το μου να επανέλθω. 
Για τα Μπασταίκα ξωκλήσια κάτι εχει γραϕτεί στο www.mpasta.gr, αλλά δε θα πείραζε αν ξαναγραϕόταν κάτι γι αυτά. Για τον Αγιώρη αρκούν αυτά που γράϕτηκαν στην Μπασταίικη ιστοσελίδα. 

Δεύτερο ξωκλήσι και με διαϕορά, έρχεται ο αηΔημήτρης. Στην ομώνυμη τοποθεσία με το μεγάλο Δεντρο και τα γνωστά σε όλους τους Μπασταίους και Μπαστιωτόπουλα, ερειπια, χτίστηκε από τον παπαΚώστα, με τα έσοδα από την υλοτόμηση της υπεραιωνόβιας δρυός, Δεντρου για όλους τους Μπασταίους, που πάντα τις δρύες τις λεγαν Δέντρα και ποτέ δένδρα. Ο σχεδιαστής και χτίστης ήταν ο πασίγνωστός μας Λάμπης, καλή του ώρα, γιος του μακαρίτη και πρόεδρου του χωριού Τρίϕωνα. Για το ερειπωμένο ξωκλήση τ'αηΔημητριού δεν είχα ακούσει από τους παλιούς τίποτα. Αν εσύ έχεις ακοούσει ή ακούσεις κάτι κατάγραψέ το, γιατί ο πασίγνωστος εχθρός της μνημοσύνης και πλυαγαπημένο ϕιλαράκι της λήθης "αϕού τα ξέρω εγώ τα ξέρουν όλοι" εξαϕανίζει κάθε τι όμορϕο κι ωραίο! και μετά είναι αργά , πολύ αργά. Το "στερνή μου γνώση να σέχα πρώτα" ηχεί σαν το παρηγοριά στον άρρωστο ...
Πριν από μερικά χρόνια, λιγο μετα το χτίσιμό του, πήγα στη χάρη του, κατα πως λένε στο χωριό. Ήρθανκαι μερκά Μπαστιωτόπουλα με τις γυναίκες τους ( Πετρίλης, Καψιμάλης, πούψαλε κιόλας, Νικολάκης, και καναδυό Χιλιδοναίοι) Δε θυμάμαι αν λειτούργησε ο παπαΚώστας ή ο παπαΔημήτρης. Η συμμετοχή ήταν πολύ μικρή. Θες ο καιρός, θες το συνήθειο, θες που κοντερεύει ο Αγιώρης το θεριό και γλυτώνει τη βασιλοπούλα, θες, ό,τι κιαν θες, πάει λίγος κκσμος. Καμιά σχέση με την κοσμοσυρροή τ' Αγιώρη. 

Ο αηΛιάς είναι άλλη ιστορία και λίγο μπερδεμένη....

Λένε ακόμα στο χωριό και για τον Αγιαννάκη, λίγο πιο κάτ'απ' το Λιοστάσι στου Μουρτζιούκου, στο χωράϕι του Νικολού. Λένε πως υπήρχαν ερείπια και βρεθήνε και κάποια αντικείμενα ...


Για τα πανεπιστήμια, αν κρίνω από το παραγόμενο για την κοινωνία κι όχι για την τσιέπη τους, έργο, ίσχύει, τουλάιστο, αυτό που υπονόησες και αϕησα να νοηθεί κι εγώ, για τα κλειστά ξωκλήσια !!!

Χρήστος Δημητρακόπουλος
γαι καταχώρησε και τα ξωκλήσια τα μοναστήρια και το παπαδαριό που εσαεί ευημερούναι και άμα βρούμε σαν λαός σωτηρία σϕύρα μου και θα σ ακούσω είτε: στ αραμπάτσι στ αρατερούτσι, στ αραπάνου, στ αραδημακάκι, στ αραντρίτσι και στ αραλιά στα μεσοπέλαγα. καληνύχτα ξάδερϕε θα σηκωθώ μπονώρα να ϕορτώσω καυσόξυλα το γαϊδούρι να πάω στο Κρεκούκι για κανα δεκάδραχμο, κι άμα δεν βρω εραστήν της καυσοξυλιάς θα τα πάρω παρακεί στον Ερμή του Πραξιτέλη, να ταΐσω τον ασβεστόλακκο των αγαλόμενων ομοιομάτων.

Θεόδωρος Δημόπουλος
Καληνύχτα σ' όλη τη ΤσιπραιοΜπασταίικη παροικία.

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Ο Τσεκούρας

Πρόεδρε Κώστα, νόμιζα πως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το1774. Τώρα μαθαίνω πως γεννήθηκε νωρίτερα, το 1770. Μετά από100 χρόνια γεννηθηκε στο Καρδαρίτσι κι ο δικός μου παππούλης, γιαυτό και οι Μπασταίοι τον φώναζαν Καρδαριτσιώτη. Ο παππούλης του παππούλη μου, ήταν πτωτοπαλίκαρο του Κολοκοτρώνη και τον μικρό του όνομα ήταν Δήμος. Από αυτόν το Δήμο πήρε, μετα την επανάσταση, το  επώνυμο Δημόπουλος, όπως από το Μήτσιο - Δημήτρη Τσεκούρα, ο Νίκος ο Κουζιούλης, αδερφός του παπαΧρήστου και με προτροπή του, καθώς φαίνεται από τα λεγόμεναόλων στο χωριό, το ένα του παιδί, το ονόμασε  Χρήστο Χρηστόπουλο και το μικρότερο Κώστα Δημητρόπουλο!.
     Στο σπίτι, λοιπόν, αυτού του Δήμου, που πρίν λεγόταν Τύρος, έμενε ο Κολοκοτρώνης, σαν πέρναγε από κει για του Λάλα και τη Ζάκυνθο. Το σπίτι αυτό του Δήμου,βρίσκεται ακόμα και τώρα  σε μιά τέτοια θέση, που αμέσως μετά αρχίζει ρεματιά. Η επιλογή αυτού  του σπιτιού γινόταν για τον  ευνόητο λόγο της εύκολης φυγής ...
     Είτε γεννήθηκε το '70 ,  είτε το '74, μικρή αξία έχει. Ευτυχώς που δεν συνάντησα αμφισβήτηση για το αν υπήρξε ή όχι. Υπάρχουν τέτοια, για πάρα πολλά πρόσωπα της ιστορίας. Ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν  αδερφοποιητός με τον Λαλαίο αγά Αλή Φαρμάκη και αλληλλο'υ'ποστηρίζονταν. Ο Λαλαίος αγάς τον έσωσε από τις μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των κλεφτών που εξαπόλυσε ο πασάς της Τρίπολης στις αρχές του 19ου αιώνα και τον βοήθησε να καταφύγει στη Ζάκυνθο. Αργότερα όταν κινδύνεψε ο Λαλαίος αγάς έσπευσε σε βοήθειά του από τη Ζάκυνθο ο Κολοκοτρώνης. Μάλιστα είχαν προεπαναστατικά καταστρώσει οι δυο τους, μεγαλόπνοα σχέδια για την απελευθέρωση της Ελλάδας.  Στη μάχη του Πούση, δεν πήρε μέρος, αν και οι Έλληνες διαδωσανε πως ήταν μαζί τους ο Μιχαήλ, ανύπαρκτος αδελφός του Αλεξανδρου Υψηλάντη και, πως όπου νάναι καταφτάνει κι ο Κολοκοτρώνης!
      Ο Μπασταίος αγάς είχε φιλικές σχέσεις με τους Λαλαίους και συμμετείχε στις επιχειρήσεις των Λαλαίων με  καμμιαδεκαριά άλογα. Πρέπει να πήρε μέρος στη σύναξη όλων των αγάδων στη διάρκεια της μάχης του Πούση.
       Η δουλειά του Μπασταίου αγά, - κάτι σαν δεκανέας -, ήταν να τρέφει και νά έχει ετοιμοπόλεμα καμιά δεκαριά άλογα. Η παράδοση για τα άλογα του αγά είναι ακόμα πανίσχυρη στο χωριό. Στή θέση του παλιού σπιτιού τ' Αντωνόπουλου, ήταν ο χώρος για τα άλογά του, και λίγο πιο κάτω, στου Μηνά, ήταν ο χώρος για τα σκυλιά του.
      Το χωριό μας ήταν και παραμένει ένας από τους σπουδαιότερους κυνηγότοπους. Τ' αγριογούρουνα της Κάπελης, με κορυφαίο το διάσημο Ερυμάνθιο κάπρο, τα κυνήγια του Ξενοφώντα σε όλη την γύρω περιοχή, είναι πολύ γνωστά από την μυθική και την ιστορική εποχή.
     Για τ' άλογά του Μπασταίου αγά, ακόμα λέει η Ντίνα του Νίκου του Γούτου, πως αλώνιζε στα πετράλωνα του Αλημαγά (Αλή Μαγά;), με 40! τόσα άλογα. Άλλοι , βέβαια, όπως ο Βασίλης ο Τζούκας,  ο Μέλιος,  ο Παπακώστας κ.ά., υποστηρίζουν πως είχε γύρω στα 16 με 18 άλογα.  Το μέγεθος του πέτρινου αλωνιού,  δεν πρέπει να χώραγε τόσα πολλά άλογα ν' αλωνίζουν μαζί. Το πιθανότερο είναι πως αλώνιζε με 3 ή 4 και τα άλλαζε στη διάρκεια του αλωνίσματος, για να τα ξεκουράζει.
    Έτσι, λοιπόν, με τα άλογά του ο αγάς, πρέπει να πήρε μέρος στη μάχη στο πλευρό των Λαλαίων. Δεν είναι σίγουρο, αν στο 3ήμερο που κράτησε η μάχη (Ιούνιος του 1821), πολέμησε κι ο ίδιος.  Με την  αναχώρηση των Λαλαίων για την Πάτρα,  φαίνεται πως ο Μπασταίος αγάς δεν ακολούθησε. Γύρισε στο χωριό και, αφού μοιράστηκε το "τσιφλίκι" του με τους Μπασταίους, έχτισαν  την εκκλησιά του χωριου το 1848, έκαμε παπά ένα από τα παιδιά του και συνέχισε έτσι η ζωή στο χωριό. Στη μοιρασιά βέβαια πήρε τα πιο κοντινά στο χωριό χωράφια. Τα χωράφια στην  Κατουντίστα, που ειναι συνέχεια Δυτικά του  χωριού και το ποτιστικό στου Καραμπάτση στα  ΒΑ. Σήμερα τα χωράφια αυτά είναι όλα Νταγκουλαίκα ...!
      Στη μάχη του Πούση, σύμφωνα με το Γιάνη του Βγεναίουνε, σκοτώθηκε  ο Δημήτρης ο Τσεκούρας... Αυτό το ακουσε να το λένε οι παλιοί...Ρωτήθηκε αν θυμάται από ποιούς παλιούς ; Η απάντησή του ήταν πως όλοι το λέγαν στο χωριό. Ρωτήθηκε ο Μέλιος, ο Βασίλης ο Τζούκας, κ.ά., αν είχαν ακογσει κάτι τέτοιο απ' τους παλιούς και   μόνο ο Κώστας ο Κουζιούλης (Δημητρόπουλος) είπε, μπροστά στο Μέλιο, κάτι που είναι γνώστο, λίγο πολύ, σε πολλούς, πως ο παπαΧρήστος έλεγε: "βάλαμε το επώνυμο Δημητρόπουλος για να μη χαθεί το όνομα"! του Δημήτρη. Του  Μήτσιου του Τσεκούρα!
     Ο Τσεκούρας αυτός εμπλέκεται και σε μια άλλη πανίσχυρη παράδοση. Ο αγάς, λέει,  γύρεψε από το Μήτσιο τονΤσεκούρα να πάει την αδεδφή του στο χαρέμι του αγά, γιαδάλλως θα ... Ο Μήτσιος ο Τσεκούρας το θεώρησε προσβολή και πήγε στα Πετράλωνα, κρύφτηκε πισω από την κουτσουπιά,  που είναιτη και σήμερα!, φώναξε τον αγά για να του παραδώσει - τάχα μου - την αδερφή του και όταν ξεπρόβαλε στην πόρτα ο αγάς, τούρηξε μια ντουφεκιά και παραλίγο να τον πετύχει. Το σημάδι φαινόταν μέχρι τελευταία στην πόρτα του σπιτιού του μακαρίτη του Γιώρη του Νταγκούλη. Μετά απ' αυτό πήγε στη Ζάκυνθο με τόνομα Μπάστας.
     Φαίνεται πως ο Δημήτρης -Μήτσιος Τσεκούρας, πήρε μέρος στη Μάχη του Πούση με τους Ζακυνθινούς. Πολέμησε με παληκαριά, γνωρίστηκε μαζί τους και με την αναχώρησή τους του πρότειναν να πάει μαζί τους στη Ζάκυνθο.  Πέρασε από το χωριό και προσπάθησε να καθαρίσει τον  αγά. Ίσως να είχε νητερέσια με τον αγά από παλιά. Άνηκε στην πιο φτωχή και καταπιεσμένη από τον αγά φαμελιά των Γουταίων. Δεν τα κατάφερε να σκοτώσει τον αγά και αναχώρισε για Ζάκυνθο με το όνομα Μπάστας.
      Οι παραδόσεις, πως ο Κολοκοτρώνης έδεσε τ' άλογό του στην ελιά του Μηνά στου Κακόση και η άλλη: πως, "δεμπορεί να μην ήπιε νερό από τη βρύση τ' Αγιώρη, σαν πάγαινε στη Ζακυνθο" και, κάτι που ακούγονται δηλά δηλά ακόμα στο χωριό ή αφήνεται να νοηθεί, και δεν αποκλείεται να έχουν μέσα τους μια κάποια αλήθεια πως ίσως να φιλοξενήθηκε καναβράδυ από τον αγά του  χωριού Μπάστα. Αυτό, και βέβαια είναι εικασία, αφού καμιά παράδοση δεν υπάρχει. Μόνο υπόνοιες και κρυφοί καημοί για λίγη σπουδαιοφροσύνη του τύπου ... ξέρεις εμείς που ... είμαστε απόγονοι  ενδόξων προγόνων ...
      Είναι πανάρχαιη παράδοση σε όλο τον κόσμο να γίνεται προσπάθεια σύνδεσης ατόμων και λαών με ένδοξους προγόνους. Έτσι θε'ι'κή καταγωγή έχουν ο Ηρακλής και οι Ηρακλείδες, ο Αχιλλέας, και τόσα εξώγαμα παιδιά του Δία. Ηρακλείδες ακόμα και ο οίκος των βασιλιάδων της Μακεδονίας, αν και τον περσότερο καιρό του ο Ηρακλής τον πέρασε στη γετονιά μας τη Φολόη, ασχολούμενος με την κοπριά Αυγία, το κυνηγι του  Εριμάνθειου Κάπρου, τους Κεντάυρος, και θα μπορούσαν, γιατι όχι,  όλοι οι εκει γύρω να διεκδικήσουν μια κάποια, έμμεση έστω μακρινή συγγενεια. Αλλά και ο Ιησούς που είναι υιός του Θεού, ο οι Ευαγγελιστές  για τους εγκόσμιους "γονείς" ερευνούν και αποδείχνουν την καταγωγή τους  από το βασιλιά Δαβίδ. Ο Βούδας ήταν από Βασιλική οικογένεια. Όλοι οι ευρωπα'ι'κοί οίκοι δημιουργούν τέτοια φωτοστέφανα. Στην πιο λα'ι'κή εκδοχή της αυτή η τάση εμπεριέχεται στην πασίγνωστη φράση "ξέρεις ποιός είμαι 'γώ;" Αν κάτι τέτοιο γίνεται σε επίπεδο λαών και ατόμων, γιατί να μη γίνεται και σε επίπεδο χωριών κι απ' τους Μπασταίους και τα Μπαστιωτόπουλα;

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Μπασταίικα τοπωνύμια


               Μπασταίικα τοπωνύμια

  
       Ο χάρτης αυτός είναι του 1900 και αναφέρει το ιστορικό όνομα του χωριού μας και των γύρω χωριών, πριν τα βεβηλώσουν, κάποιοι θρασείς μισογραμματισμένοι. Τον χρωστάμε στο Χρ. Μήλιο από την Καυκανιά. Ακολουθεί και η σχετική επικοινωνία μας στο fecebook. Ψάχνουμε και τον ελληνικό χάρτη των αρχών του περασμένου και προπερασμένου αιώνα.

  Facebook <notification+zrdogzzfp=11@facebookmail.com>
     24/10/2014 08:52 μ.μ. Christos Milios.  κΔημόπουλε, καλησπέραΣας στέλνω τη φωτογραφία, για την οποία σας έλεγα το καλοκαίρι, για το Μπάστα.  Ελπίζω η ανάλυση της εικόνας να σας καλύπτει.   
     24/10/2014 10:56 μ.μ. Θεόδωρος Δημόπουλος. Christo, είναι καταπληκτικός ο χάρτης και σε ευχαριστώ πολύ. Αν υπάρχουν  περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση του, τη χρονολογία, τον ιδιοχτήτη, για τον οποίο μου έλεγες μερικά πράγματα και ό,τιδήποτε σχετικό, είναι καλοδεχούμενο. Και πάλι πολλές ευχαριστίες.                                                                                                                                                                                
          25/10/2014 10:49 π.μ. Christos Milios. Τα στοιχεία του χάρτη λένε ότι είναι η γκραβούρα. Είναι εκτυπωμένη από τους Wagner & Debes στο Leipzig. Είναι του Γερμανού χαρτογράφου Kaupert και τον εκτύπωσαν οι παραπάνω το 1900. Ο Kaupert (1822- 1899) ήταν Γερμανός χαρτογράφος και τοπογράφος. Την γκραβούρα την πήρε η Τούλα από την έκθεση βιβλίου στο Πεδίο Άρεως τη δεκαετία του '90.                                                                                                    
      25/10/2014    Θεόδωρος Δημόπουλος. Και πάλι σε ευχαριστώ πολύ. Την Τούλα, αν και δεν γνωρίζω, την ευχαριστώ πιότερο και την θαυμάζω για την ικανότητά της να βρίσκει σε εκθέσεις βιβλίου ντοκουμέντα τόσο χρήσιμα για την ιστορία του τόπου μας. Και πάλι σε ευχαριστώ και ευπρόσδεκτο ό,τι ενδιαφέρον βρεις.  Υ.Γ. Η κροκάλα της Καυκανιάς είναι σε γραμμική γραφή Α ή Β;                                                                                                                                                 
                                                                                   
    Αγιώρης,  

Καραχούτσου, 


Βρύση του Αγιώρη,


Σημείο,  


Σπηλιαδιαμάντω, 


Μεροβίκλι, 


Πιργιόνι,


Σκαλώματα,                                                                                                                                     

                                                                                                                                                                
                                                                                                                                                                
  Καλυμπάκι, Λαμπραίικα, Γουβιά, Βάτα, Μπιζάνι, Χεροματσούγκους, ...,  Λακαρί, Λάκα του Δημάκη (Καλολετσιάνικη;),
                                                                                        
    Λάκες, Σπηλιά του Μάρκου( Μπιτζάρου), αρΑγγελή ή ΒαρΑγγελή, Πλάκα, και στημΠλάκα, Ζώνη, Σκουταίικα, Κιάφα, Λακασιτήρι,                                                                                                                                                                                                                 Λακαβίδι, Τούμπι του Μπιτζάρου, Κούμισι, Στραβαητού,   Γκρίχα,                                                                                                                                                                                     Μούρι,   Γκούρζες, Κοριτσιάνους, Λακαοϊρι, ΚατουΝτίστα, Πετράλωνα ή τ' Αλημαγά, Αηκωσταντή,  Λιτσονάκη,  Στιρήθρες,  Βορό, Λιβάδι,  Παλιάμπελα,  Φιτεκόστους, 

      Πράρη,  Κομποκούκια,  Χιέρωμα ,  Καραμπάτση,  Αλποχώρι,  Ανάθεμα,


  Κακόση,  Βαριζόνη ή Βαριζόνους, Γκουριμάδι, ... του Νταγκουλη  , Μουρτζιούκου, Ζάρκου, Αγιάννης κι Αγιαννάκης, Κοριτσά, Φχιέρια,  


  Παλιόστανη, Νταρδαμπάρδα, Φυτεκώστους, Ματσιάγκα, Κορίτους, Κρεφτότους, Φούιζα, Ντιέμπιζα, Φαλαρίδα ή Αφαλαρίδα, Λακασπαή , Γκορτσασούλη , Μισοράχη, Σάλτσου , Κορίτους, Κοκορίκια, Πέλουζες, αραΛιά, αραπαΛιού ή αραπΛιάκου  


   Αηλιάς, αραΤερούτσι, αραΝτρίτσι, Κάστιζα,  αραΠρίφτη, Ταβάνι, Σπηλιά, Χωνί, Κοτρόνι , Σκάλουζα, -ες, Πετσούργια, Άχερα, Κουρβούλες, αραΔημακάκη,

 Βαρικό, Λουτρό, κουτσΑγμέτη ,  μπακοΚυριάκου και μπακοΚυργιάκου  Σταμίρη,  Καρύδα, Ελιές,  Ελιά, Βαρκό και Βαρικό, Τζαμί, 

   ΑηΔημήτρη,  ΚουτσοΜάρη, αραΠάνου  και αραΠάνους, Λιτρουβειό, Ντραγκίνα,  Σπηλιά του Γιωργόπουλου, Σφέρζες ή Φέρζες , Κολλητοσούρες, Μπαθερίστρα, Καλύβιζα, Σοφά,  Λιτσονάκι και Λίτσουνακι,  Λαφοξιά ,  Στενό , Νιοχώρι, Πίγκαρη, Νεραϊδοσπήλι,  


   Κιόνια, Φεγγιά, Πλατιά σκάλα,  Καλντερίμι, ΚουτσουΠερού, Μουρίτσα, λακαΓιάννη, Θέκρα, Φεγγαράκι, Κάστρο, αραΜπαλάτσι, Ξεράκια, Πευκώνα,Τούφα, Μισοζώνι, Μουρατάκενα, Βρωμόβρυση, Κόκαλο, Βοϊδόσκαλο, Σκαλαφίκου,


        Τα Μπασταίικα τοπωνύμια, όπως ακριβώς τα λέγαν οι Μπασταίοι και τα Μπαστιωτόπουλα, τα λεν ακόμα και σήμερα τα Κρυονεριτάκια.  Δεν έχει αλλάξει ούτε η Μπασταίικη προφορά τους! Κι αν αληθεύει αυτό που λεν οι γλωσσολόγοι, πως η ιστορία της γλώσσας είναι και η πραγματική ιστορία, τότε τα τοπωνύμια τη βροντοφωνάζουν κάθε φορά που η γλώσσα προφέρει το όνομά τους στο σπίτι, στο καφενείο, στη γειτονιά. Ποτέ δεν ακούστηκε διαφωνία στο όνομα ή την προφορά του. Η φυσική λειτουργία της γλώσσας έκανε καλά τη δουλειά της στο παρασκήνιο και παρά τις προσπάθειες των καλοπληρωμένων γραμματοσυντακτκών να την επισκευάσουν, αυτή το χαβά της! Ούτε που λογαριάζει την ύπαρξή τους.
Θα πάμε να οργώσουμε στους Χεροματσούγκους, έλεγε ο γεροΠετρίλης.
- Κι εμείς θα πάμε  Κοριτσιάνους, να κιώσουμε λίγο σκαλιζματάκι, που μας είναι μεινεμένο από προχτές, ο Κατσιαβός.
- Εγώσπαιρνα λίγο αραποσιτάκι στους Φιτεκόστους κι αύριο λέου να πα κι εγώ Κρεφτοτους, ο Σκράπας.
     Για Κοριτους, πάγαινε ο Κρυελέσης, οι Βγεναίοι για Αραπάνους και Βαριζόνους. Αυτά τα τοπωνύμια σε - ΟΥΣ κάτι λένε ... αλλά τί ακριβως; Αν κάποιος ξέρει κάτι, ας μας πει, να μάθουμε κι εμείς. Μπας και είναι Λατινικά που τάηφεραν οι ενετοί; Κι άλλη μια υποψία. Λέμε υποψία και μόνο υποψία. Κάτι γράφει ο υπερεθνικός μας ιστορικός Παπαρρηγόπουλος.  Κάτι για Σλάβους που ήρθαν τον 6ο και 7ο αιώνα μ.χ.  στον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στα ορεινά της Πελοποννήσου και με τον καιρό ενσωματώθηκαν στον ντόπιο Πληθυσμό. Και τα γράφει αυτά, για να πολεμήσει το Γερμανό Φαλμεράγιερ, που θέλει το χωριό Μπάστα κι όλα τα χωριά, σλαβοχώρια, τις πόλεις, σλαβοπόλεις, και  μας τους νεοέλληνες Σλάβους, με άλλο όνομα! Βέβαια, αν έλεγες Σλάβους του Μπασταίους δεν παίρνω όρκο για τίποτα ... και δεν είν' και σήγουρο πως ξέραν οι  παλιοΜπασταίοι την ύπαρξή τους!

     Ο γεροΦώνης πάγαινε κατά αραΤερούτση μεργιά,  οι Καστριγκακαίοι κατά αραΝτρίτση, οι Κρυελεσαίοι κατά αραΛιά και αραΠρίφτη, οι Τζουκαίοι κι ο Γκουντάνης για αραΔημακάκη. Άλλοι για αραΠεκλίτη, ο Λάμπης γι αραΠάνους, κι ο Μαηθανάσης γι αραΜάδη. Από το αρχαιοελληνικό ΑΡΟΩ και σημαίνει οργώνω τη γη. Και άρουρα το καλλιεργημένο χωράφι. Από κει και το ΆΡΟΤΡΟ και το νεοελληνικό αλέτρι. Οι περιγραμάτου γραμματικοσυνταχτικοί λένε πως τα γράμματα Λ και Ρ είναι υγρά και μπορούν να αντικαταστήσουν το ένα τ' άλλο. Οι Μπαϊσταίοι  δενγκξέρανε και δεμπορούσαν  ναντο κάνουν αυτό. Κιούτε που τοκάνανε!
      Οι  Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου ελληνισμού,  όπως τους αποκαλεί ο Κ. Μπίρης στο ομότιτλο βιβλίο του,  διατήρησαν τον  τύπο ΑΡΑ και σίγουρα τα σημερινά ονόματα αυτών των χωραφιών μας λένε και τα ονόματα των πρώτων ιδιοκτητών - καλλιεργητών, που σίγουρα ήταν και οι πρώτοι Αρβανίτες κάτοικοι του Μπάστα, μετά το 1350 μ.χ., εκτός και ήρθαν μαζί με τους Σλάβους του Παπαρρηγόπουλου και  Φαλμεράγιερ.  Αλλά και τα: Φούιζα, Σφέρζες, Γκούρζες, Πέλουζες, Σκάλουζα, Λακίδιζες, Κάστιζα και πολλές άλλες είναι ονομασίες Αρβανίτικες.
    Υπάρχουν κι άλλες ονομασίες, όπως: στου Κοτρόνι, στο Ταβάνι, στου Πίγγαρι, στη Ντραγγίνα, το μισοτελειωμένο ενετικό Κάστρο στα Κιόνια, όπως  και οι πάμπολλες ενετικές ελιές, σύμφωνα με την  ζωντανή πανίσχυρη παράδοση, που είναι, μάλλον, ενετικής προέλευσης. Θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε όλα τα ονόματα των τοποθεσιών του χωριού.                                              

Μπάστα. 
1. Μπάστα, του. Σύμφωνα με τον Ηλιόπουλο είναι αλβανική η ονομασία. Είναι βέβαια περίεργο, πως ένας  καθηγητής φιλόλογος, την ελληνικότατη λέξη ΒΑΣΤΑ, από το αρχαιοελληνικότατο, αλλά και νεοελληνικότατο  ρήμα ΒΑΣΤΑΖΩ, που οι αρχαίοι Έλληνες πρόφεραν ΜΠΑΣΤΑ, όπως ακριβώς την πρόφεραν  όλοι οι Μπασταίοι και όλοι οι γείτονες τους, έγινε Αλβανική(!) -ούτε καν Αρβανίτικη-, αυτό μόνο ένας  χουντικός ελληναράς μπόρεσε να το κάνει! Και βέβαια το χωριό δεν είναι αρχαιοελληνικό, το όνομά του όμως είναι πέρα για πέρα, όχι απλά ελληνικό, αλλά αρχαιοελληνικό. Το πώς, πότε, ποιος και γιατί πήρε το όνομα αυτό είναι ορθάνοιχτο. Έχουν καταγραφεί μερικές απόψεις στην ιστοσελίδα http://mpasteika.blogspot.gr  και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο: "Υπάρχουν κι άλλα Μπάστα".  Μερικές από τις πιθανές, αλλά και απίθανες πλευρές.


φ1. Πευκοστεφανωμένο το χωριό Μπάστα. (αρχές της 10ετίας του '80. Μάρτυρες ο Ντάλος κι Σουμάνης)

φ2. β' μισό του '80Η Βρύση του Μπάιστα με τον Πλάτανό της και τη Τζουκαίικη χαμοκέλα. Ποιόναι κείντο το τσιουπί; 

2. Αγιώρης, ο. Σαν γενικό τοπωνύμιο ο Αγιώρης περιλαμβάνει κι άλλες "μικρότερες" τοποθεσίες, όπως: το μεγάλο γκρεμό Μεροβίκλι, το Σημείο, τη Σπηλιαδιαμάντω, την πετρόχτιστη  Βρύση τ' Αγιώρη, του Καραχούτσου. Εκτείνεται από Κοριτσάνους, Λακαoϊρι και   Σοφά Β, τη Γκρίχα και τις Λάκες ΒΑ, Καλιμπάκι ΝΑ, Μεροβίκλι ΝΔ και Μπαθερίστρα ΒΔ και περιλαμβάνει τα χωράφια των Φωναίων Σωτήρη και Ξενοφώντα , τα Νταγκουλαίικα, Σωτηρακαίικα, Σκουταίικα, της Γκουντάναινας (τώρα Ντρινάκου), του Ρήγα, και του Γιωργόπουλου. Το μικρό πανέμορφο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στην κορυφή του ομώνυμου λόφου. Το εκκλησάκι αυτό έχει τη δική του ιστορία. Λένε, ο παπαΚάστας, ο Μέλιος του Μελιόπουλου και άλλοι, πως η τοποθεσία που ήταν χτισμένο παλιά, σε απροσδιόριστο χρόνο, ήταν 200(;) με 500(;) μέτρα Β. και πως είχαν δει και ίχνη από τα θεμέλιά του. Ο Μέλιος υποστηρίζει πως ήταν χτισμένο 500 μέτρα Β., στο σύρραχο των χωραφιών του Ρήγα και του Γιωργόπουλου και του Κατσιαβαίουνε από τη μεριά Κοριτσιάνιους. Σε επιτόπια έρευνα στην περιοχή περιοχή αυτή δε βρέθηκαν τέτοια ίχνη. Ο παπαΚώστας υποστηρίζει πως το παλιό εξωκλήσι ήταν χτισμένο 200 μέτρα Β του σημερινού. Βέβαια εκεί υπάρχουν κάποιες πέτρες στο πάνω όριο του Σωτηρακαίικου χωραφιού, αλλά δεν υπάρχει καμία υποψία χτίσματος. Συνήθιζαν οι Μπάσταίοι κι όχι μόνο, τις πέτρες των χωραφιών να τις παραμερίζουν στα όρια των χωραφιών τους. Στη θέση που βρίσκεται το σημερινό ξωκλήσι, χτίστηκε στις αρχές της 10ετίας του '40. ...
 


φ3. Η εικόνα του Μπασταίου Αγιώρη, της 10ετίας του '40. Την ανησπάζονταν όλοι οι Μπασταίοι, αλλά και κάποιοι Χιλιδονιάτες. Την ανασπάζονται ακόμα οι λιγοστοί Μπασταίοι, τα Μπαστιωτόπουλα και οι Κρυονερίτες. 
φ4. Το ξωκλήσι στη γιορτή του.

φ5. Απ' το Σημείο.

φ6. Κι άλλη φωτό απ' το Σημείο.



   
φ7. Του Μπάιστα με τα χωράφια του.

φ8. Του Μπάιστα με τα χωράφια του


φ9. Του Μπάιστα με τα χωράφια του. Στην πλάτη του χωριού είναι του Καλυμπάκι και τα Κιόνια. Στα δεξιά του Καραμπάτσι και στ' αριστερά του ο Αηλιάς, Σφέρζες και Λαφοξιά.



φ10. Του Μπάιστα με τα χωράφια του. Οι πευκοκορφάδες  είναι του Περσαιναίου Αγιώρη. Αυτές που του απόμειναν απ' τις φωτιές.

φ11. Ο Περσαιναίος Αγιώρης τα λέει με τον Μπασταίο. 

   Ο Περσαιναίος μπραζέρης του δικού μας Αγιώρη, με τους μαγαλόπρεπους γκρεμούς του. Οι Αγιώργηδες τα λένε μέρα - νύχτα. Αυτό μου τόειπε ο ίδιος όταν φωτογράφιζα τα Μπσταίικα και τον ίδιο. Μάρτυρες μου ο Μπασιούρης κι ο Σουμάνης! Ο Μπασταίος, που φαίνεται σε δεύτερο πλάνο μικρούλης, αν και αρχαιότερος και λίγο μεγαλύτερος, ενημερώνει τον Περσαιναίο για τις μπαγαποντιές του Δία στα Ολύμπια κι ο Περσαιναίος για όσα συμβαίνουν στου Μπάιστα και τα Μπασταίικα παλιοχώραφα: Τη Φούιζα, Γκορτσασούλι, Ντάρδαμπάρδα. Ντιέμπιζα, Ζάρκου και Μουρτζιούκου. Γκορτσιά, Φχιέργια και Κακόση. Βαριζόνους, Καραμπάτση, Αλποχώρι. Πράρη, Κιάφα, Κομποκούκια, Λακαβίδι. Κατουντίστα, Γκούρζες, Μούρη, Λιτσουνάκι. Κοριτσιάνους, Φιτεκόστους, Κρεφτότους, Κορίτους,  Αραπάνους! Το  Χεροματσούγκους δεν το βλέπει ούτε ο Μπασταίος Αγιώρης. Είναι κάτου από τη μύτη του, και κάτ' από τη  μύτη, κανένας δε είδε ποτέ του τίποτα. Μόνο ακούει, αν βέβαια ... 
 Κάτι περαπάνω λέει για τ' αραΤερούτση,  αραΝτρίτση,  αραΛιά,  αραΠρίφτη,  αραΔημακάκη,  αραΜπαλάτση,  αραΠεκλίτη, αλλά και για το Καλολετσιάνικο  αραΜάδι! (αρα = χωράφι του ... Από κει και το άροτρο, τ' αλέτρι)
     Για τ' άλλα χωράφια μούειπε να πάτε  τ' Αγιώργιού να τον ρωτήστε. Ο Μπασταίος δε θα κακιώσει. Είναι αδερφοποιητοί από παλιά. 
      Ο Περσαιναίος Αγιώρης έλεγε και λέει μόνο τα καλά που κάνανε οι Μπασταίοι. Τα κακά, αν και δεν κάνανε τέτοια οι Μπασταίοι, δεν έλεγε κουβέντα. Όλα, μα όλα τα σχορνούσε. Μόνο οι Μπασταίοι τον βλέπανε ολημερίς, και απόμακρα φιλαράκια κολητά. Βέβαια τον βλέπανε λίγο λοξα και οι Χιλιδοναίοι. Οι Περσαιναίοι και οι Καλολετσιάνοι, ακόμα κιαν στραβοζβερκίαζονταν, δεν μπορούσαν να τον δουν από τα σπίτια τους. Απαιτούσε να πάνε επί τόπου και τότε τους έκανε τη χάρη. Αν και δεν πήγε ποτέ κανένας Μπασταίος στη γιορτή του, γιατί έπρεπε να πάνε στη γιορτή του δικού τους Αγιώρη, εκτιμούσε πολύ τους Μπασταίους. Κοιτάγανε, ακόμα κι άθελά τους κατα κεί, και κείνος ενημέρωνε το φίλο του αμέσως!


1. Η Βρύση του Αγιώρη, στου Καραχούτσου.


φ12. Φωτό της 03/09/2011


φ13. (03/09/2011)  Και για τους άπιστους Θωμάδες ... Νάτο το θεργιό! Έχει αχαμνήνει το μαύρο. Δε βρίσκει πια βασιλοπούλες! 


2. Καραχούτσου, στου. το χωράφι του Μπουρδουβέλη στον Αγιώρη. Μεγάλη η ιστορία αυτού του Καραχούτσου ... (δες σελ. 39 στο: "ΗΛΕΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ" του Χρυσανθακόπουλου και "ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ" του Κ. Μπασέτα)


3. Σημείο,στο.  Το τοποθέτησε ο στρατός. Δεν υπάρχει πια. Έχει κατρακυλήσει κατά Κιόνια μεργιά (τέλη 20ου αρχές 21ου αιώνα)

φ14. Το Μεροβίκλι με όλους τους γκρεμούς, από Χεροματσούγκους μέχρι Μπαθερίστρα κι όλα, σχεδόν, τα Κιόνια. Η φωτό είναι παρμένη από το Καυκαναίικο το καλοκαίρι του '12.


4. Σπηλιαδιαμάντω, η. Μικρή σπηλιά στο πλάι τ’ Αγιώρη προς Χεροματσούγκους, πολύ κοντά στο μεγάλο γκρεμό. Σήμερα έχει γκρεμιστεί. Λένε πως έμενε μια γυναίκα που τη λέγανε Διαμάντω .

5. Μεροβίκλι, το. Είναι το μεγάλο ζωνάρι. (φ16)


6. Πιργιόνι, το. Δύσβατο μονοπάτι, που οδηγεί από το Κάστρο στο Σημείο.(φ17)


7. Σκαλώματα, τα.


8. Γκουρικλιάτη, στου.






2. Καλιμπάκι


1. Λαμπραίικα, τα.


2. Γουβιά του Μπίρμπα


3. Βάτα


4. Μπιζάνι, τα μπεζανίτικα )


5. Χεροματσούγκους ,


6. Λακαρί


7. Δημάκη, η Λάκα του Δημάκη είναι Καλολετσιάνικη.






3. Λάκες,


1. Σπηλιά του Μάρκου,


2. Πλάκα, στημΠλάκα


3. Ζώνη , η πρώτη ζώνη


4. ….. Σκουταίικα


5. Κιάφα






4. Λακαβίδι, του μπαρμπαΣωτήρη του Φωνόπουλου


1. Τούμπι, Μπιτζαραίικο του Μάρκου,


2. Κούμισι, του Ντρίνα (σήμερα)


3. Στραβαητού, με την Αγραπιδιά του Αντριγαίουνε, που δεν υπάρχει πια.


4. Γκρίχα , του Ρουλάκου, αδιάβατο χωράφι απ' τις αφάνες.


5. Λακασιτήρι, του Χρήστου Γ. Νταγκούλη






4. Μούρι, α) του Ρουλάκου, α1) του Καρδαριτσιώτη και της Γκουντάναινας β) του Σταμάτη του Τζούκα και γ) τ’ Αντωνόπουλου


1. Κοριτσιάνους, του Κατσιαβαίουνε.


2. Γκούρζες και Γκούριζες, του Αντριγαίουνε και Κρυελεσαίωνε.


3. Λακαοϊρι. Του Τζουκαίουνε. Εδώ πρωτογνωρίστηκε ο Αράπης με τους Μπασταίους, καθώς έλεγε στο καφενείο του Ντάλου ο Αντώνης τ' Αντωνόπουλου.






5. ΚατουΝτίστα








. 1. Πετράλωνα ή τ’ αλώνι του Αλημαγά ,


2. Αηκωσταντή,


2α. Λιτσονάκη.


2 β . Σταρήθρες


3. Βορό, του Μοσκιού


4. Λιβάδι, του Τζουκαίουνε


5. Παλιάμπελα


6. Φιτεκόστους










6. Πράρη


1. Κομποκούκια ,


2. Χιέρωμα ,


3.










7. Καραμπάτση,


1. Αλποχώρι,


2. Ανάθεμα


3. Βαριζόνη ή … νους


4.






8. Κακόση,


1. Μουρτζιούκου ,


2. Ζάρκου ,


3. Αγιάννης κι Αγιαννάκης






3α. Κοριτσά, στηγΚορτσιά


3β. Φχιέρια ,


3β . Γκουριμάδι ,


4. Ντιέμπιζα










10. Παλιόστανη


1. Νταρδαμπάρδα ,


2. Φυτεκώστους ,


3. Ματσιάγκα ,


4. Κρεφτότους






11. Φούιζα,


Ντιέμπιζα


Φαλαρίδα ή Αφαλαρίδα,


Λακασπαή ,


Γκορτσασούλη ,


Μισοράχη


Σάλτσου ,


Κορίτους,


Κοκορίκια ,


Πέλουζες


αραΛιά










12. Αηλιάς


1. αραΤερούτση,


αραΝτρίτσι,


Κάστιζα


αραΠρίφτη,


Πετσούρια ,


Ταβάνι,


Σπηλιά


Χωνί,


Κοτρώνι ,


Σκάλουζα, -ες


Άχερα


Κουρβούλες,


1. αραΔημακάκη


2. Βαρικό


3.Στο Λουτρό,


4 κουτσΑγμέτη ,


5. μπακοΚυριάκου και μπακοΚυργιάκου

5α. Τζαμί και Τζιαμί, το. Η τοποθεσία αυτή βρίσκεται στο μικρό τούμπι του χωραφιού τ' Αντωνόπουλου, απόγονου του Αράπη (Άραβα) του χωριού Μπάστα. Υπάρχουν τα σημάδια από τρίματα κεραμιδιών και λιθαριών που υπάρχουν στο σύνερο των χωραφιών των αδερφιών Γιώρη και Γιάννη (Πετρίλη), γιών της Κατερίνης, κόρης του γεροΦώνη και της γριαΦώναινας και γυναίκας του Μήτσιου του Τζούκα. Το μικρό λιθόχτιστο Τζαμί πρέπει να χτίστηκε προεπαναστικά και να ήταν αφιερωμένο στον προφήτη Ηλία, τον οποίο τιμούν σαν προφήτη και οι μουσουλμάνοι. Ο χριστιανικός Αηλιάς χτίστηκε στη 10ετία του '50 από το Σωτήρη το Φωνόπουλο, γιο της Χριστίνας, μεγαλύτερης αδερφής της Κατερίνης και οι περαστικοί μπορούν να δουν τους τοίχους που έχουν απομείνει. Φαίνεται πολύ καλά απ' τη διχάλα του δρόμου που πάει,αριστερά προς Σπηλιά, Χωνί, Βαρικό, Σταμίρη, Τζιαμί και Κουτσαγμέτι, και δεξιά προς Κουρβούλες, Αραδημακάκι, Λουτρό και Ποτάμι, αν, βέβαια τηράξουν κατά κει. Μα και από οποιαδήποτε μεριά του κόσμου μπορεί να δει δορυφορικά όλα αυτά στους χάρτες της Γκουγκλ! Πριν 5-6 χρόνια κάποιος νεαρός είπε πως: παλιά ο Αηλιάς δεν αναφερόταν στο χριστιανικό, αλλά στο μουσουλμανικό!

6. Σταμίρη,


7. Καρύδα,


8. Ελιές,


9. Ελιά,


10. Βαρκό και Βαρικό










13. ΑηΔημήτρη


1. ΚουτσοΜάρη,


1α. αραΠάνους


2. Λιτρουβειό,


3. Ντραγκίνα,


4. Σπηλιά του Γιωργόπουλου, κάθε πέτρα και σκροπιός (ξανθός)


5. Σφέρζες ή Φέρζες ,


6. Κολλητοσούρες,


7. Μπαθερίστρα,


8. Καλύβιζα,


9. Σοφά,


10. Λιτσονάκι και Λίτσουνακι






14. Λαφοξιά


1. Βαραγγελή ,


2. Στενό ,


3. Νιοχώρι


4. Πίγκαρη


5. Νεραϊδοσπήλι,






15. Κιόνια











1.Φεγγιά ,


2. Πλατιά σκάλα ,


3. Καλντερίμι και Καλντιρίμι, το.


4. Κουτσουπερού ,


5. Μουρίτσα ,


6. λακαΓιάννη ,


7. Θέκρα ,


8. Φεγγαράκι ,


9. Κάστρο ,


10. Αραμπαλάτσι ,


11. Ξεράκια ,


12. Πευκώνα ,


13. Τούφα ,


14. Μισοζώνι ,


15. Μουρατάκενα ,


16. Βρωμόβρυση ,


17. Κόκαλο ,


18. Βοϊδόσκαλο,