Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Οι κακοτοπιές


                         

 

Οι κακοτοπιές

      Η πιο καλή διαδρομή για περπάτημα , σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Μητσιάρα και του Πάνου του Τσίρμπα είναι:
      - Να κατεβείς τη(μ)Πουρναρόσκαλα , να περάσεις το Μισοζώνι , να βγεις στου Λογκοτράση , να κατεβείς τη Σκάλα , να ανέβεις το Πιργιώνι και στο Μεροβίκλι . Να προσέξεις καλά , μετ' από τόση κούραση . Μόνο βαθιές ανάσες . Για επιστροφή στο χωργιό δε χρειάζεται πολλή προσπάθεια . Η βαρύτητα θα σου κάνει παρέα μέχρι το κρεβάτι . Εκεί σ’ εγκαταλείπει και πρέπει ν’ ανέβεις μόνος . Αυτή θα ξαπλώσει απουκάτου και θα σε περιμένει  μέχρι το …, πως το λένε για τους γιέρους; αν βέβαια γλιτώσεις απ’ το χιέσιμο , πρόσθεσε ο Πάνος !
        Να πούμε πως η διαδρομή αυτή είναι για έμπειρους ορειβάτες ή παλιοΜπασταίους , που και με τα ζα τους κουβαλούσαν φορτωμένα τα υπάρχοντά τους . Ο Μήτσιος ο Φιλιππακόπουλος το βεβαιώνει …
       Σα να μην έφταν’ η κακοτοπιά , έχουνε και τα γειτονικά χωριά , με επικεφαλής τους Μηλιώτες να χειροτερεύουν το κακό .  Εξαίρεση αποτελεί η Καλολετσή . Αυτή είναι γέννημα και θρέμμα της κακοτοπιάς . Χειρότερη απ’ του Μπάιστα . Βλέπουνε οι Μπασταίοι την Καλολετσή και έτσι μένουν στο χωριό τους!


      - Εδώ το βαγένι θα μου βγει στραβιό[3] . Δε βρίσκω δυο οργιές ίσιο τόπο ναντο στήσω, μουρμουρίζει ο Ανάστος . Κι ο γεροΣκούρας , που δεν αφήνει λέξη να πέσει κάτω , μετάθεσ’ επιδέξια, την «αδικία» της φύσης στην κακία των Μπασταίων!
     - Τους καταράστηκ’ ο θεός , Ανάστο  μου , τους καταράστηκ’ ο θεός …
      Διάσημος θρησκευάμενος ο γεροΣκούρας , τα λέει σκόπιμα φωναχτά , επιτείνοντας το νόημα των λεγομένων του , για να τ’ ακούσει ο εξ αγχιστείας άλλος Γιώρης . Τα σπινθηροβόλα μάτια του με το ειρωνικό χαμόγελο να μεγαλώνει το κιτρινιάρικο μουστάκι του , επιδείνωσε προκλητικά το νόημα των λεγομένων . Πάντα προκαλούσε τον επ’ αδελφή γαμπρό του , για ν’ ακούσει όσα ήθελε κι αυτός να πει . Αν το ’κανε  στα ίσια, τι θάλεγαν τ’ αδέρφια , τα παιδιά και τα ανίψια , που ήταν όλοι τους καλόγεροι , θεολόγοι και παπάδες . Και δεν ήταν λίγοι . Καμιά τριανταριά και βάλε.  Οι Μηλιές είναι το πιο διάσημο χωριό στην παραγωγή  καλογέρων , θεολόγων και παπάδων. Τελευταία που κινδυνεύουνε τα δάση , υπερτερούν οι δασοκόμοι  και οι τελευταίοι βαγενάδες. Τα Μηλιώτικα βαγένια  ήταν γενικής αποδοχής , σε αντίθεση με την θρησκευάμενη υπερπαραγωγή , που είχε αρκετούς αμφισβητίες . Θαυμάζανε για τον πληθωρισμό των καλογέρων , μα προτιμούσαν τα Μηλιώτικα βαγένια.
        Καταραμένος τόπος το χωριό Μπάστα , για τους θεοσεβούμενους Μηλιώτες βαγενάδες . Παινεύοντας , μ’ αυτόν τον τρόπο , το δικό τους το χωριό οι Μηλιώτες και τα καλά τους τα βαγένια και υπερτονίζοντας τις δυσκολίες αύξαιναν και την τιμή τους , όπως κάναν όλοι πραματευτάδες.
        Το χωριό τους είναι πραγματικιά ισοτοπιά . Χτισμένο στο μεσαίο μπαλκόνι της Φολόης , περιτριγυρίζεται από ύπουλους γκρεμούς , σκεπασμένους με τεράστιες αργιές , δέντρα και πουρνάργια. Οι Μηλιώτες έκοβαν αυτά τα δέντρα για να φτιάνουν πέταβρα για τις σκεπές των σπιτιών , σχιζοπάλουκα για τους φράχτες των κήπων και βαγένια για το κρασί.
       Ούλοι , μα όλοι , οι Μπασταίοι , ίσως και κάποιοι Κρυονερίτες[4] , συμφωνούσαν με τους ευσεβείς Μηλιώτες , υπερθεματίζοντας κιόλας . Μποκρίλα ανέβαζαν τον τόπο τους , κατάρα τον κατέβαζαν.  Ούτε ίχνος επιείκειας για τον τόπο τους . Και όλα αυτά δεν τα κρατούσαν μέσα τους . Τα διατυμπανίζανε σε κάθε  ευκαιρία. Τόσο άχτι τους έβγαινε , ακόμα και μπροστά στους  Μηλιώτες βαγενάδες . Και ήξεραν πολύ καλά πως οι Μηλιώτες , με τις κατηγόριες τους για καταραμένους τόπους  και κακοτοπιές, ανέβαζαν την προστιθέμενη αξία του βαγενιού τους .
        Αυτά κι άλλα πολλά είχε στο μυαλό και πρόχειρο στο στόμα , ο συνονόματος Μπασταίος συγγενής του γεροΣκούρα , που όχι μόνο υπογράφει , μα και Μπασταίικα υπερθεματίζει.

    -  Κατάρα, Γιώρη μου , κατάρα . Ο θεός ,  βλέπεις , βλογάει τον ίσιο τόπο , τον ίσιο δρόμο , το ίσιο λοστάρι.  Ούλα τα ίσια , Γιώργη μου. Ούλα τα ίσια  είναι του θεού …
       - … Του πηρ’ ο διάολος τον πατέρα , ακούγεται  από τη διπλανή παρέα , για άλλο όμως λόγο.      
        Η συντυχία έκοψε το διάλογο στη μέση . Βγήκε μια τέτοια βλαστήμια , που δεν πάγαινε σε κανενού το μυαλό . Ο γεροΣκούρας , απόδωσε την απότομη σιωπή  τού συγγενή στη βλάσφημη συμπεριφορά του . Ο Μπασταίος συγγενής του έλεγε τους πιο πολλούς διαβόλους στο χωριό , μα πάντα απόφευγε και  σπάνια έλεγε βλαστήμιες … Μα ήταν πια αργά για διορθώσεις … Άθελά τους , είχε παραγίνει το κακό και η ένοχη σιγή έπεσε για λίγο . Κοιτάχτηκαν μορφάζοντας κι οι δυο για το ατύχημα …

        Στη λαϊκή , μπάχτι , όπως λέγεται , θρησκευτικότητα , όλα μα όλα μπορεί να λέγονται , με μια καλόβολη διάθεση κι ανεκτικότητα , που είναι το πολιτισμικό στοιχείο , στο οποίο αναφέρονται όλες οι σοφές φωνές  . Στην εβραϊκή θρησκεία ισχύει το « ου λείψει το όνομα …επί ματαίω» (2η εντολή) . Κάποιοι το ερμήνεψαν αλλιώς κι άλλοι αλλιώτικα., ακόμα και Εβραίοι … Μόνο οι υποκριτές διαφωνούν μαζί τους … Οι καλλιτέχνες εξαιρούνται . Μπορούν να λένε και να γράφουν ό,τι θέλουν … Ο λογαριασμός πληρώνετ’ απ’ τις Μούσες . Πάμπλουτες κι αυτές σε όλα , μα και λατρεμένες …  

        Δεν είχαν καθόλου άδικο οι Μπασταίοι , που συμφωνούσανε με τους θεοσεβούμενους Μηλιώτες βαγενάδες . Λίγο να παραπατήσεις και το κακό ‘χει γίνει . Μόνο τα σκίντα , οι κουμαριές , τα σφάλαχτα κι οι πεύκες , μπορούσαν να σε στομπώσουν[5], σαν , κι αν , ήσουν τυχερός . Αγαπούσανε τον κακοτράχαλο τόπο τους όλοι οι Μπασταίοι . Δεν ήθελαν με τίποτα να έχουν γεννηθεί σε άλλο τόπο ή χωριό  . Κι αν έφευγαν στα ξένα , ήθελαν όλοι να γυρίσουν πίσω . Κι αν δεν γυρίζανε ποτέ τους , διπλασιαζόταν το μαρτύριο …
         Στα ξένα , ξεχνούσαν τις κακοτοπιές .  Στο πίσω μέρος του μυαλού τους , φώλιαζε η ομορφιά του τόπου . Φταίχτης η  ντροπή σαν εντροπία …που αφήκανε τον τόπο και φύγανε μακριά του .Το Μπασταίικο υλικό του DNA τους , θα το κουβαλούν , όπου κι αν πάνε κι ό,τι κι αν κάνουν . Είναι σαν Θεϊκιά καταγραφή στο Eίναι του καθένα . Αυτή είναι η φταίχτρα . Η εντροπία !
         Χαίρονταν για την καλή γνώμη των ξενιτεμένων τους όλοι οι Μπασταίοι . Σε ποιον δεν άρεσε ο καλός ο λόγος . Την ίδια τη στιγμή κυριαρχούσανε τα βάσανα , σαν απαιτούσανε το βίος τους απ’ τον τόπο . Η μόνη ευκολία τους ήταν η δυσκολία . Αυτό όμως είναι που δεν άρεσε στους Μπασταίους , που γεννιόνταν , δούλευαν και πέθαιναν σ’ ένα πολυσχιδέστατο , κακοτράχαλο τόπο σαν κι αυτόν  . Όλοι τον ήθελαν να είναι ίσιος , χωρίς γκρεμούς και ρέματα , χωρίς κακοτοπιές ... Ή , ας ήταν μακριά τους … Αντίφαση ακραία . Αγκάθινο στεφάνι στο σταυρό , κατά πως λέγαν τον ακούτραφό τους . Πώς να μεταλλάξεις σε άνθρωπο τον κακοτράχαλο τόπο … Πως ; Το νόμο της μη ανάλογης απόδοσης , ούτε που τον είχανε ακούσει , αν και το λέγανε αλλιώς : Βρέξει κώλο ,  φάει ψάρι …
Και σαν βλέπανε χέρσο τον ίσιο τόπο κάπου αλλού , βλαστημάγανε από μέσα τους , σαν ήσαντε μπροστά σε άλλους και φωναχτά σαν δεν τους άκουγε κανείς … 
           Πρέπει να κοιτάς διαρκώς κάτω . Το άνω σχώμεν τας καρδίας, εφαρμόζεται ανάποδα εδώ . Ακόμα κι ο παπάς το ίδιο έκανε και κάνει  , σαν περπατά στα ίδια κακοτράχαλα μπογάζια.  Και στην εξομολόγηση δεν τους ρωτά για άνω σχώμεν και τέτοια .  Μόνο στην εκκλησιά μπορούν να κοιτάνε σύμφωνα με την επιταγή . Κι αυτό για λίγο . Μην και κακομάθουν και σακατευτούν οι χριστιανοί .  Γι’ αυτό και βάνουν τα καλά τους για να άνω σχώσιν! τας καρδίας . Σημάδι συγνώμης , για το κάτω σχώσιν νουν , ψυχήν τε και καρδίαν , όλο τον άλλο καιρό. Αφού ο Θεός έφτιασε τον τόπο έτσι , δε μπορεί να ζητάει να κοιτάν αλλού . Κανένας Μπασταίος δε θα ανέχονταν τέτοια θεϊκή βλακεία . Γι αυτό και όλοι τους κοιτάνε κάτω . Δεν αλλάξανε την εντολή , γιατί αυτό λεγότανε στην εκκλησία . Οι ψαλτάδες , ο παπάς και ο δεσπότης , άμποτε κι ερχόταν στο χωριό κοιτάνε κάτω , ακόμα και στην εκκλησιά , μιας και στέκονται ψηλά . Οι άλλοι όλοι , κοιτάνε ίσια και ψηλά . Έτσι όλα σοφά γινόμενα , δεν θα χρειαζότανε καν η προτροπή : «άνω σχώμεν τας καρδίας» . Κάποιοι , και ιδιαίτερα κάποιες , που κοιτάνε κατά παπούτσια μεριά δε μετρά . Μια γρήγορη ματιά δε βλάφτει , αρκεί μην πάει ο νους τους στο επιθυμείσαι[6] κι αυτό δεν πάει καθόλου μες την εκκλησιά.
        - Αυτό μόνο για τους άνδρες . Οι γυναίκες εξαιρούνται , μιας και ηγάπησαν πολύ[7]
        - Πολύ φεμινιστικό το Βαγγέλιο , βρε παιδί μου !  Διατυπώνει καθ’ εαυτόν, με πόνο ο εξελθών της κοφίνου …
        Σαν περπατάς να πατάς σωστά . Σε τέτοια κακοτοπιά δεν έχεις καιρό για χάζι . Αν σκοντάψεις θα σακατευτείς , αν βέβαια γλιτώσεις . Συχνά ’κουγόταν στο χωριό για τα παραπατήματα .
       - Δεν τήραγες μπροστά σου χριστιανέ μου. Το νου σου που τον είχες …
Αυτόν μηντον ρωτάς . Περπάταγε περήφανα, πρόσθετε ο άλλος .
        Τις σοβαρές όμως καταστάσεις τις μάθαινε ούλο το χωριό και βάλε . Σταυροκοπιούνταν όλοι τους και τα :
         - Τι του ‘μελε του μαύρου κι άραγνου … 
         - Είναι να μη σ’ εύρει το κακό, έδινε κι έπαιρνε , μα άφηνε πάντα ρέστα για την προσοχή . Να σακατευτεί κάποιος δεν ήταν δα και λίγο . Ασθενοφόρα και τ’ άλλα καλούδια του πολιτισμού δεν είχαν ακόμα εμφανιστεί . Και που εμφανίστηκαν αλλού , αυτό δεν αφορούσε το χωριό . Οι απλάδες[8] ήταν το φορείο και τα στουμπημένα  κρομμυδάκια το γιατρικό . Που να κουβαλήσουν και να πάνε πού , το σακατεμένο.
        - Το μαύρο …, τον βάλαμε στ’ απλάδι και τον κουβαλήσαμε στου Κρεκούκι.  Βρωμάγανε τα κρεμμύδια , κλαίγανε τα μάτια μας … , στραβοπατάγαμε στις πέτρες στα γιδόστρατα … Άστα σου λέου , άστα . Δεν ήτανε ζωή αυτή …
         Για το σακάτεμα  δε  λέγανε  καλή κουβέντα . Ακόμα κι ο Θεός του χωριού , συμφώναγε μαζί τους . Τον εσημάδεψ’ ο Θεός , λέγανε χαμηλοφώνως οι εχθροί του . Συμπάθεια χωρίς τσιγκουνιές στον που του λάχαινε τέτοιο κακό.
        Κακολογούσαν το σακατεμό για παιδαγωγικούς σκοπούς . Και το θεό τους χρησιμοποιούσανε λιγάκι και μάλιστα χωρίς την άδειά του . Θεωρούσανε δοσμένη τη γνώμη του. Με τόσα κεριά και προσευχές … θα ήταν ασύνετο για θεό να διαφωνεί . Η πληρωμή γινόταν προκαταβολικά για να τους έχει καλά . Πολλαπλασιαζόταν πάντα και μετά την ατυχία   Ήταν εκείνοι που δοξάζαν πάντα το θεό και στα καλά και στα κακά . Σαν το Ιώβ , που διδάσκονταν στην εκκλησία . Μα κι απ’ το σχολειό σαν ήρθε στο χωριό . Σαν τις μεγάλες ασφαλιστικές τα μπόνους. Κι όλα ήταν καλοδεχούμενα . Σαν χάσει τους Μπασταίους , ποιος θα τον δοξάζει στο χωριό !
        Κάποιοι στην κακοπάθεια τους δεν ακολουθούσαν την πεπατημένη . Δε λέγαν τα καλύτερα για το θεό . Η μπόρα έπαιρνε και τους αγίους. Θεϊκά και θεία έμπαιναν με τρόπο βίαιο στην κακότροπη περίστασή τους!
        Έτσι κι αλλιώς θα πρόσεχαν τους αναρίθμητους γκρεμούς, που δεν τους έφτιαξαν οι ίδιοι  και αφού κι ο Θεός το απαιτεί, κάτι μπορεί να γίνει.  Οι περισσότεροι ακόμα και την ύπαρξή τους αποδίδαν στο θεό, αφού ο ίδιος διεκδικεί να είναι τα πάντα εν πάσι .
        Η συμπόνια δεν είναι  ό,τι το καλύτερο στον κόσμο. Σαν συμπονάς περνάς καλά, γιατί κάνεις το καθήκον σου κι έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου.  Όρος για να κοιμάσαι καλά. Οι συμπονούμενοι σαν συνέλθουν, το θυμούνται και το νυσταλέο γιατί, αγουροξυπνημένο παραμιλά. 
Γιατί να έχουν αυτοί και όχι οι άλλοι ανάγκη από συμπόνια. Αυτό το ενδόμυχο γιατί κουφαίνει και βουβαίνει τις αγαθοεργίες  και παραξενεύει τους αγαθοεργούς .  Οι γονείς φοβέριζαν πως θα σπάσουν στο ξύλο τα παιδιά αν … ή θαντα κάνουν με τα κρεμμυδάκια. Τα παιδιά φοβόντουσαν βέβαια το ξύλο , μα απεχθάνονταν τα κρεμμυδάκια , πιο κι απ’ το γκρεμό . Μόνο ο μικρός Χρηστάκης , αγάπαγε τα κρεμμυδάκια πιο κι από τα παγωτίνια. Για τους μεγάλους η φοβέρα είναι η πιο εύκολη λύση . Πιο δυνατή απ’ το ξύλο και τα κρεμμυδάκια. Δεν ξέρεις μέχρι που θα φτάσει το κακό απ’ την απειλή και τη φοβέρα, σκεφτόντουσαν τα παιδιά και πρόσεχαν διπλά.
       Για όποιον ξένο και περαστικό, είναι ένα πανέμορφο  γλυπτό της φύσης . Οι Μπασταίοι τ’ άκουγαν αυτά και τα σχολίαζαν μετά. Αλήθεια, τι δεν έβλεπε ο χριστιανός και τα βλέπαν οι Μπασταίοι;














[1] Μακρύσια μεριά .
[2] Πρόκειται για την «Περί αποκαταστάσεως των πάντων»  άποψη του Ωριγένη , «ίνα ει τα πάντα εν πάσει θεός », λέει , ο πιο θεοφοβούμενος και πολυγραφότερος απ’ όλους τους που γράψαν .
  [6] Από εκδίκηση οι Μπασταίοι προσθέτανε ένα γιώτα . Τους έμεινε από το ρουφηχτό προς τα μέσα τους ι  ,  που είναι σημάδι φρίκης .
[5] = Σταματήσουν .
[6]  Ματθ. 5, 28.
[7]  Λουκ. 7, 47.
[8] Κάτι σαν τις γνωστές κουβέρτες , κατασκευασμένες από σπάρτο . Τα κουβερλί .


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου