Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Χριστός και η Παναγιά η παρθένα





























































































































































































































άμπουλες και μπούρμπουλες. Μερικές φορες οι Μπασταίοι, ύστερα από  μεγάλα ζόργια,  θυμούνται τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, κάνουν το σταυρό τους και το κακό σταματάει εκεί. Κι αυτό βέβαια αν τους κάνει τη χάρη και σταματήσει εκεί. Γιατί κάποιες φορές, τις περσότερες δηλαδή, δε σταματάει εκεί και το κακό παραγίνεται, όπως το'18 που το κακό το παράκανε και χάθηκαν πιο πολλοί απ' τους  μισούς νεοΜπασταίους και νεοΜμπαστιώτισσες. Μα και πιο παλιά, πριν από πολλούς αιώνες που ξεκλειρίστηκαν ούλοι  οι παλιοΜπασταίοι, τότε ήταν που σταμάτησαν και τα σταυροκοπήματα. Και όχι μόνο αυτού του είδους, αλλά και τ' άλλα, τα κανονικά. Αυτά που γίνονταν και γίνονται από συνήθειο. Δεν είναι καθόλου γνωστό, αν εκεί στη Κατουντήστα, στο γνωστό Μπασταίικο τόπο αναπαύσεως, ... ένθα απέδρα λύπη ή στεναγμός σταυροκοπιούνται  για  λοιμούς, λιμούς, σεισμούς, καταποντισμούς και τέτοια, οι μόνιμοι  θαμώνες και υπάλληλοί του. Οι Μωαμεθανοί Μπασταίοι, ο Αγάς και ο Αράπης, θα τρώνε με το φτυάρι το πιλάφι  και θα σφιχταγκαλιάζουν -οι τυχεροί!-  τα ουρί του παραδείσου τους. Για τους μαύρους χριστιανούς δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Αν έχετε κάτι ακουστά, πατείστε το φακελάκι στο τέλος της σελίδας και γράφτε το, ναντο μάθουμε και μεις οι μαύροι κι άραγνοι που δεν το ξέρουμε. Ιδιαίτερα κάτι πρέπει να ξέρουν οι γυναίκες, που πάν' τα ψυχοσάββατα, 9ημερα, 40ημερα κι 9μηνα, ανελλιπώς στην Κατουντήστα. Δε μπορεί κάτι θα ξέρουν!
Τέτοιο μεγάλο ζόρι έγινε στις αρχές της 10ετίας του ’50 στ’ Αραδημακάκη. Τότε, με τους μεγάλους σεισμούς στα γειτονικά Εφτάνησα, λίγο πιο ψηλά απ’ την κοίτη του ρέματος, στις Κουρβούλες,  έγινε το κακό. Μια βουή και ένα δυνατό μπουβ, ακούσανε ακόμα και στις Σφέρζες οι Τσιρμπαίοι. Τραντάχτηκε όλος ο τόπος. Η γης άνοιξε ξαφνικά και κατάπιε τηνγκολαριά του χωραφιού του μακαρίτη του Ματσιάγκα. Άμπουλας ξεπετάχτηκε από τα έγκατα της γης. Καρβουνιασμένο μαύρο νερό και λάσπη ξεχύθηκε κατά το ρέμα. Βρώμα γουρνόλασπης και κάρβουνου στούφωσε τον τόπο. Πολλοί από περιέργεια  παγαίνανε να δουν. Τα παιδιά πετάγανε μεγάλες πέτρες μέσα. Ένα άγριο μουγκρητό έβγαινε απειλητικά από τα σωθικά της γης και τα παιδιά το βάζανε στα πόδια. Ο μεγάλος άμπουλας  στη μέση του χωραφιού του Ντέμου, 200 με 300  μέτρα πιο κει, χάθηκε μονομιάς. Ο φόβος και ο τρόμος σελάγιζε πάνω απ’ το χωριό. Τα: Χριστός και η Παναγιά η παρθένα,  στάχτη και μπαρούτι, συνοδευμένα με νευρικά  σταυροκοπήματα  και άλλα αποτρεπτικά του κακού, δίνανε και παίρνανε στο χωριό. Λίγο πιο πριν, πολλοί πέρναγαν από κει που βούλιαξε ο τόπος ή παίζαν κλιτσίκια στο ίσιωμα πάνω ακριβώς από το βούλιαγκα και φρίκιαζαν στη σκέψη σαν φαντάζονταν τον εαυτό τους να περνάνε απ' το σημείο την ώρα που γινόταν το κακό και ξέρναγε το βρώμικο νερό ο άμπουλας. 
Το τοπικό γεγονός, παρέα με το άλλο του μεγάλου σεισμού, δε θα μπορούσε να μην απασχολήσει το χωριάτικο σύστημα Ενημέρωσης. Τα ΜπαΜΜΕ (μπασταίικα μέσα μαζικής ενημέρωσης). Οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες - ρεπόρτερ, οι ανταποκριτές και τα πραχτορεία μετάδοσης και αναμετάδοσης, έπιασαν δουλειά. Όλοι στήνανε ευήκοον ους για το γεγονός και εξέλιξή του. Οι καλαμπουρτζήδες του χωριού έδωσαν και ρέστα. Μεταποίησαν τη φοβία σε ξεφτιλισμό και γελοιοποίηση του Εγκέλαδο και της τρομοπαρέας του, τον αρχιστράτηγο Φόβο και το τσιράκι τον Τρόμο.  
·   Ο Άμπουλας του Ντέμου μετακόμισε στου Ματσιάγκα το χωράφι .
·   Πλήρωνε μεγάλο νοίκι ο μαύρος κι άραγνος …και λάκισε κατά Ματσιάγκα μεριά . 
·   Μόνο σεις θα σουλατσάρετε στο Άμπουλα και τις Κουρβούλες. Κι οι άμπουλες ας μπουσουλήσουνε κι αυτοί λιγάκι. Λίγο σουλάτσο δεγκάνει κακό; ...
·   Μημπάτε κατά κει χωρίς άλλο παντελόνι …
Ο μπούρμπουλας είναι ακόμα εκεί και τρομάζει ακόμα τους τολμηρούς.  Όμως όλοι αυτοί που γεννήθηκαν μετά το  γεγονός, αντιμετωπίζουν το φαινόμενο, όπως αντιμετώπιζαν οι παλιοί τον Άμπουλα πού'βγαινε στου Ντέμου. Μερικοί ούτε που τον ξέρανε, αν και περνούσαν συχνά από κει. Κανένας πια δε δίνει σημασία. Μόνο οι παλιοί πάνε για να ξανανιώσουν την παλιά μαγεία του φόβου που προκάλεσε ο άμπουλας. 
Υπάρχει και τοποθεσία στο χωργιό με το όνομα Άμπουλας. Όνομα και πράμα λένε οι Μπασταίοι. Τοποθεσία με το όνομα Μπούρμπουλας δεν υπάρχει στο χωριό.

βούλιαγκες Κατά πως λέει η λέξη κι όλοι λίγο πολύ ξέρουμε από την εμπειρία μας, μιας κι έχουμε πατήσει το πόδι μας και την έχουμε πατήσει, σαν ξάφνου χάνεται το πόδι μας μες τη λάσπη και πάει το φρεσκοβαμμένο μποτάκι ή σκαρπινάκι κατά λασπουργιάς μεργιά. Αυτοί είναι βουλιαγκάκια που μόνο λερωματιές προσπορίζουν στον απρόσεχτο. Οι άλλοι όμως είναι αλλιώς κι αλλιώτικα αλλιώτικοι.
Αηδιαστικές οσμές αναδίδονται από τα τάρταρα. Το βάθος τους είναι άγνωστο. Κανένας Μπασταίος κι όχι μόνο, δενγκξέρει(!)  το βάθος κανενού βούλιαγκα. Μπορεί, λένε κάποιοι υπερβολικά φαντασιοκόποι, να βγαίνουν κι από την άλλη μεργιά της γης. Και όλοι, μα όλοι οι Μπασταίοι αποφεύγουνε τους βούλιαγκες. Όχι μόνο γιατί στουφώνει ο τόπος απ’ τη βρώμα, μα, και ιδίως αυτό: Λίγο να παραθαρρεθείς και το κακό ’χει γίνει! Σε καταπίνει στο πι και φι, και πάει κείνη δουλειά. Πάνε στράφι οι πόνοι της μαύρης της μάνας. Πάει ο μόχθος και ιδρώτας του πατέρα, τα όνειρα για το που θα γινόταν ο ... Ο γύρω τόπος γλιστράει επικίνδυνα. Πόσα απρόσεκτα βόιδα, γελάδια, άλογα, γαϊδούρια και ποιος ξέρει τι άλλο, δεν έχουνε χαθεί κει μέσα ! Γύρω από τους βούλιαγκες έχει άφθονη βοσκή. Παρασερμένα απ’ τη βοσκή και  χωρίς πολύ νιονιό τα κακόμοιρα και … συφορά στον που ήτανε δικά του. 


Τέτοιοι βούλιαγκες υπάρχουνε πολλοί στο Μπασταίικο τόπο .
Ένας είναι στου Ζάρκου, ακριβώς κάτω απ’ το χωριό. Είναι μικρούλης, λένε όσοι έχουνε σπίτια εκεί κοντά. Είναι, όμως, ακριβώς κάτω απ’ το χωριό κι αυτό δεν κι ό,τι πιο καλό. Ποιος ξέρει τι μπορεί να κρύβει. Γι αυτό και οι κατωρουγιώτες τραβιούνται προς τα πάνω … 


Άλλος βρίσκεται στου Πίγκαρι. Είναι στη γραμμή που συναντιόνται ή συγκρούονται οι δύο γαιολογικές πλάκες. Η ψαμμολιθική του Χελιδονιού και η κροκαλοπαγής του Μπάστα. Αυτό και μόνο, μπορεί, λέμε, μπορεί να κρύβει πολύ πιο πολλά ... 

Σε ένα χιλιόμετρο πιο κάτω, στο βαρικό τ’ Αϊλιά βρίσκονται δυο-τρεις …

Στο άλλο Βαρικό, τον  Αμπούλα, έχει κάνα δυο. Αυτός που ήτανε στο χωράφι του Ντέμου  χάθηκε μονομιάς το 1954 και φύτρωσε ο άλλος στου Αραδημακάκη.


Ένας  τεράστιος βούλιαγκας υπάρχει, ακόμα, στα Κιόνια. Βρίσκεται στη θέση Παπαδόσκαλα, που πριν λεγόταν Μουριά. Αυτός είναι στο όριο με την Καυκανιά. Σ’ αυτό το βούλιαγκα έπεσε το άλογο του Κώστα του Κουζιούλη. Μόνο το κεφάλι κρατιότανε απέξω, διηγείται ο ίδιος. Είχε ζγατζώσει τα δυο μπροστινά του πόδια στην άκρη του βούλιαγκα και προσπάθούσε το μαύρο να ξεφύγει. Δόστου και δόστου το μαύρο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν γερό άλογο και κρατήθηκε μέχρι που ο Κώστας έζεξε τ’ άλλο άλογό του  και το τράβηξε όξω. Έτσι σώθηκε το ζω κι ο κύρης του απ’ το κακό. Δεν είν΄ και λίγο στο χωργιό, να χάσεις ένα άλογο!  

Ο πιο θρυλικός ήταν στο Χωνί. Εκεί χάθηκαν τα βόιδα του μακαρίτη του γεροΦώνη. Τα Μπαστιωτόπουλα  σαν άκουγαν από παππουδογιαγιάδες και πατεραδομανάδες: ο  μακαρίτης ο ...,  του μακαρίτη τα ...  για τους πολύ παλιούς, αυτούς που γεννηθήκανε τονγκαιρό! της επανάστασης του '21 και λίγο μετά,  νόμιζαν πως γεννηθήκαν πεθαμένοι ...  Παιδιά σου λέει ο άλλος. Που μυαλό; 

Κάποιοι καλαμπουρτζήδες στο χωριό, λένε πως οι βούλιαγκες είν’ οι πισινοί τ’ Αυγεία , που ούτ’ o Ηρακλής μπόρεσε να πλησιάσει . Άλλοι λέγανε οι αθεόφοβοι , πως σε κάποιο απ’ αυτούς , πέταξε , σαν σκότωσε τον κάπρο , ο Ηρακλής . Δεν άντεχε , λέει τη βαρβατίλα . Τι να πιστέψεις ; Πως τα σωστά λέγονται στο καλαμπούρι ; Πιάστ’  τ’ αυγό και κούρευτο …σου απαντάνε . 

Κανένας Μπασταίος δε ρίχνει ευθύνες στους βούλιαγκες, για το κακό που κάνουν. Είναι καλά οργανωμένοι οι βούλιαγκες. Τα μέτρα ασφάλειας είναι υψηλών προδιαγραφών. Ούτε η αμερικάνικη σιφοράι δεν διαθέτει τέτοια τεχνολογία.

Έχουν εκεί κοντά τους, σαμακιές με τούλινα σημαιάκια στη κορφή, σεινάμενα – κουνάμενα , σαν προκλητικά γκέι. Στο πιο αχνό αεράκι, σειόνται και λυγιόνται πέρα - δώθε, δώθε – κείθε, που κινούν την υποψία από πολύ μακριά, ακόμα και στους ανυποψίαστους. Μα κι αν δε βλέπεις από μακριά και πλησιάσεις επικίνδυνα, βούρλα γύρω – γύρω τους, με μυτερές βελόνες στην κορφή, σ’ αποθαρρύνουν να πλησιάσεις επικίνδυνα.  Περσικό χαλί με πολυτρίχια και πεταλάκια στολίζουνε το χώρο ολόγυρά τους. Πρέπει να παραμερίσεις τα βούρλα, να χιλιοτρουπηθείς απ’  τις βελόνες, να πατήσεις το χλοοτάπητα και μετά να πέσεις μέσα να πινιγείς. Μόνο τα ξερά βούρλα παθαίνουν κάτι τέτοιο, σαν σαπίσει η ρίζα τους! Και τέτοια βούρλα δεν είχε, κι ούτ’ έχει το χωριό. Απόδειξη. Κανένας δεν πήγε από βούλιαγκα. Μόνο τα βόιδα του μακαρίτη του γεροΦώνη, λένε οι παλιοί, πως πινιγήκαν στο Χωνί, γιατ’ έφαγαν σαμακιές και βούρλα και πάει κείνη δουλειά!
Καλά να πάθουν, αποφάνθηκαν οι δικαιοκρίτες καλαμπουρτζήδες του χωριού. Μόνο ο γεροΦώνης είχε αντίθετη γνώμη και μειοψήφησε, γιατ’ έχασε στο δικό του βούλιαγκα, τα καταδικά του βόιδα και μουσκάργια. Βεντέτα ξέσπασε ανάμεσα στο βούλιαγκα του Χωνιού και τους απογόνους του μακαρίτη του γεροΦώνη.  Ο Ρουλάκος, ένα από τα δισέγγονά του, που κληρονόμησε το χωράφι στο Χωνί, σαν πήρε σύνταξη, βάλθηκε να τον εξαφανίσει. Κάνοντας χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, αγόρασε βερζινοπίργιονα κι έκοψε τα θεόρατα πλατάνια. Μετά έβαλε φαγάνα κι έθαψε το βούλιαγκα μια για πάντα, κατά πως πιστεύει.  
Κατάπιε βέβαια ο βούλιαγκας τα ζα, μα χάθηκε κι βούλιαγκας μαζί τους.
Μόνο βόιδα θα μπορούσαν να αγνοήσουν τα μέτρα σήμανσης κινδύνου. Και τέτοια δεν έχει πλέον το χωριό! Κάτι νεαρά μουσκάρια είναι μπαγλαρωμένα για τα καλά, από τα αφεντικά τους. Ζούνε σε πολυτελείς, για βόιδα εγκαταστάσεις και δεν κινδυνεύουν από βούλιαγκες και κολλητσούρες. Φοράνε σκουλαρίκια  στο ένα τους αφτί και τρώνε εκλεκτές ζωοθροφές και φάγνα. Οι βούλιαγκες απεχθάνονται μουσκάρια καλοζωισμένα και με σκουλαρίκι στο ένα τους αφτί. Μερικοί βούλιαγκες διαθέτουν ακόμα και ακουστική σήμανση. Αυτοί είναι και οι  πιο επικίνδυνοι. Ξεφυσάνε κι ανεβάζουν κάτι τεράστιες φουσκάλες, που σκάζουνε με πάταγο.
Άλλοι  πάλι γουγλουτίζοντας αναδεύουν τη γουρνόλασπη τους, λες και θέλουν να καταπιούν κάθε τι που εμφανίζεται κει γύρω. Έτσι αποθαρρύνουν και την απροσεξία να πλησιάσει κατά κει . Τρομάζουν ακόμα και το γεροΤρόμο. Τεράστια κουνούπια περιφέρονται ζβουγκουνίζοντας πάν’ από το βούρκο. Που και που προσγειώνονται κάθετα πάνω στα βούρλα ακιζόμενα για το κατόρθωμά τους. Κακριζώδες ίσια με δυο πόδια η καθεμιά, σουλατσάρουν μέσ’ στη γουρνόλασπη. Τα κοτσύφια καταβροχθίζουν τις κακριζώδες και τα χελιδόνια τα κουνούπια. Αυτά τα φτερωτά ζιούνε πέρ’ απ’ τους φόβους των ανθρώπων. Πέρ’ απ’ το καλό και το κακό εντόμων και σκουληκιών …
Κι όλα  αυτά τα κάνουν για το καλό των ανθρώπων! χλιμιντράει από ο από Γκουγκουλώρας μεριά.

  

                      

Οι κακοτοπιές
    -   Η πιο καλή διαδρομή για περπάτημα , σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Μητσιάρα και του Πάνου του Τσίρμπα είναι:
Να κατεβείς τη(μ)Πουρναρόσκαλα , να περάσεις το Μισοζώνι , να βγεις στου Λογκοτράση , να κατεβείς τη Σκάλα , να ανέβεις το Πιργιώνι και στο Μεροβίκλι . Να προσέξεις καλά , μετά ’πο τόση κούραση . Μόνο βαθιές ανάσες . Για επιστροφή στο χωργιό δε χρειάζεται πολλή προσπάθεια . Η βαρύτητα θα σου κάνει παρέα μέχρι το κρεβάτι . Εκεί σ’ εγκαταλείπει και πρέπει ν’ ανέβεις μόνος . Αυτή θα ξαπλώσει απουκάτου και θα σε περιμένει  μέχρι το …, πως το λένε για τους γιέρους ... , αν βέβαια γλιτώσεις απ’ το χιέσιμο , πρόσθεσε ο Πάνος !
        Να πούμε πως η διαδρομή αυτή είναι για έμπειρους ορειβάτες ή παλιοΜπασταίους , που και με τα ζα τους κουβαλούσαν φορτωμένα τα υπάρχοντά τους . Ο Μήτσιος ο Φιλιππακόπουλος το βεβαιώνει …


        Σα να μην έφταν’ η κακοτοπιά , έχουνε και τα γειτονικά χωριά , με επικεφαλής τους Μηλιώτες να χειροτερεύουν το κακό .  Εξαίρεση αποτελεί η Καλολετσή . Αυτή είναι γέννημα και θρέμμα της κακοτοπιάς . Χειρότερη απ’ του Μπάιστα . Βλέπουνε οι Μπασταίοι την Καλολετσή και έτσι μένουν στο χωριό τους!


      - Εδώ το βαγένι θα μου βγει στραβιό[3] . Δε βρίσκω δυο οργιές ίσιο τόπο ναντο στήσω, μουρμουρίζει ο Ανάστος . Κι ο γεροΣκούρας , που δεν αφήνει λέξη να πέσει κάτω , μετάθεσ’ επιδέξια, την «αδικία» της φύσης στην κακία των Μπασταίων!

                                                 


      - Τους καταράστηκ’ ο θεός , Ανάστο  μου , τους καταράστηκ’ ο θεός
         Διάσημος θρησκευάμενος ο γεροΣκούρας , τα λέει σκόπιμα φωναχτά , επιτείνοντας το νόημα των λεγομένων του , για να τ’ ακούσει ο εξ αγχιστείας άλλος Γιώρης . Τα σπινθηροβόλα μάτια του με το ειρωνικό χαμόγελο να μεγαλώνει το κιτρινιάρικο μουστάκι του , επιδείνωσε προκλητικά το νόημα των λεγομένων . Πάντα προκαλούσε τον επ’ αδελφή γαμπρό του , για ν’ ακούσει όσα ήθελε κι αυτός να πει . Αν το ’κανε  στα ίσια, τι θάλεγαν τ’ αδέρφια , τα παιδιά και τα ανίψια , που ήταν όλοι τους καλόγεροι , θεολόγοι και παπάδες . Και δεν ήταν λίγοι . Καμιά τριανταριά και βάλε.  Οι Μηλιές είναι το πιο διάσημο χωριό στην παραγωγή  καλογέρων , θεολόγων και παπάδων. Τελευταία που κινδυνεύουνε τα δάση , υπερτερούν οι δασοκόμοι  και οι τελευταίοι βαγενάδες. Τα Μηλιώτικα βαγένια  ήταν γενικής αποδοχής , σε αντίθεση με την θρησκευάμενη υπερπαραγωγή , που είχε αρκετούς αμφισβητίες . Θαυμάζανε για τον πληθωρισμό των καλογέρων , μα προτιμούσαν τα Μηλιώτικα βαγένια.
        Καταραμένος τόπος το χωριό Μπάστα , για τους θεοσεβούμενους Μηλιώτες βαγενάδες . Παινεύοντας , μ’ αυτόν τον τρόπο , το δικό τους το χωριό οι Μηλιώτες και τα καλά τους τα βαγένια και υπερτονίζοντας τις δυσκολίες αύξαιναν και την τιμή τους , όπως κάναν όλοι πραματευτάδες.
        Το χωριό τους είναι πραγματικιά ισοτοπιά . Χτισμένο στο μεσαίο μπαλκόνι της Φολόης , περιτριγυρίζεται από ύπουλους γκρεμούς , σκεπασμένους με τεράστιες αργιές , δέντρα και πουρνάργια. Οι Μηλιώτες έκοβαν αυτά τα δέντρα για να φτιάνουν πέταβρα για τις σκεπές των σπιτιών , σχιζοπάλουκα για τους φράχτες των κήπων και βαγένια για το κρασί.
       Ούλοι , μα όλοι , οι Μπασταίοι , ίσως και κάποιοι Κρυονερίτες[4] , συμφωνούσαν με τους ευσεβείς Μηλιώτες , υπερθεματίζοντας κιόλας . Μποκρίλα ανέβαζαν τον τόπο τους , κατάρα τον κατέβαζαν.  Ούτε ίχνος επιείκειας για τον τόπο τους . Και όλα αυτά δεν τα κρατούσαν μέσα τους . Τα διατυμπανίζανε σε κάθε  ευκαιρία. Τόσο άχτι τους έβγαινε , ακόμα και μπροστά στους  Μηλιώτες βαγενάδες . Και ήξεραν πολύ καλά πως οι Μηλιώτες , με τις κατηγόριες τους για καταραμένους τόπους  και κακοτοπιές, ανέβαζαν την προστιθέμενη αξία του βαγενιού τους .
        Αυτά κι άλλα πολλά είχε στο μυαλό και πρόχειρο στο στόμα , ο συνονόματος Μπασταίος συγγενής του γεροΣκούρα , που όχι μόνο υπογράφει , μα και Μπασταίικα υπερθεματίζει.
       -  Κατάρα, Γιώρη μου , κατάρα . Ο θεός ,  βλέπεις , βλογάει τον ίσιο τόπο , τον ίσιο δρόμο , το ίσιο λοστάρι.  Ούλα τα ίσια , Γιώργη μου. Ούλα τα ίσια  είναι του θεού …
       - … Του πηρ’ ο διάολος τον πατέρα , ακούγεται  από τη διπλανή παρέα , για άλλο όμως λόγο.      
        Η συντυχία έκοψε το διάλογο στη μέση . Βγήκε μια τέτοια βλαστήμια , που δεν πάγαινε σε κανενού το μυαλό . Ο γεροΣκούρας , απόδωσε την απότομη σιωπή  τού συγγενή στη βλάσφημη συμπεριφορά του . Ο Μπασταίος συγγενής του έλεγε τους πιο πολλούς διαβόλους στο χωριό , μα πάντα απόφευγε και  σπάνια έλεγε βλαστήμιες … Μα ήταν πια αργά για διορθώσεις … Άθελά τους , είχε παραγίνει το κακό και η ένοχη σιγή έπεσε για λίγο . Κοιτάχτηκαν μορφάζοντας κι οι δυο για το ατύχημα …

        Στη λαϊκή , μπάχτι , όπως λέγεται , θρησκευτικότητα , όλα μα όλα μπορεί να λέγονται , με μια καλόβολη διάθεση κι ανεκτικότητα , που είναι το πολιτισμικό στοιχείο , στο οποίο αναφέρονται όλες οι σοφές φωνές  . Στην εβραϊκή θρησκεία ισχύει το « ου λείψει το όνομα …επί ματαίω» (2η εντολή) . Κάποιοι το ερμήνεψαν αλλιώς κι άλλοι αλλιώτικα., ακόμα και Εβραίοι … Μόνο οι υποκριτές διαφωνούν μαζί τους … Οι καλλιτέχνες εξαιρούνται . Μπορούν να λένε και να γράφουν ό,τι θέλουν … Ο λογαριασμός πληρώνετ’ απ’ τις Μούσες . Πάμπλουτες κι αυτές σε όλα , μα και λατρεμένες …  
Δεν είχαν καθόλου άδικο οι Μπασταίοι , που συμφωνούσανε με τους θεοσεβούμενους Μηλιώτες βαγενάδες . Λίγο να παραπατήσεις και το κακό ‘χει γίνει . Μόνο τα σκίντα , οι κουμαριές , τα σφάλαχτα κι οι πεύκες , μπορούσαν να σε στομπώσουν[5], σαν , κι αν , ήσουν τυχερός . Αγαπούσανε τον κακοτράχαλο τόπο τους όλοι οι Μπασταίοι . Δεν ήθελαν με τίποτα να έχουν γεννηθεί σε άλλο τόπο ή χωριό  . Κι αν έφευγαν στα ξένα , ήθελαν όλοι να γυρίσουν πίσω . Κι αν δεν γυρίζανε ποτέ τους , διπλασιαζόταν το μαρτύριο …

 Στα ξένα , ξεχνούσαν τις κακοτοπιές .  Στο πίσω μέρος του μυαλού τους , φώλιαζε η ομορφιά του τόπου . Φταίχτης η  ντροπή σαν εντροπία …που αφήκανε τον τόπο και φύγανε μακριά του .Το Μπασταίικο υλικό του DNA τους , θα το κουβαλούν , όπου κι αν πάνε κι ό,τι κι αν κάνουν . Είναι σαν Θεϊκιά καταγραφή στο Eίναι του καθένα . Αυτή είναι η φταίχτρα . Η εντροπία !
Χαίρονταν για την καλή γνώμη των ξενιτεμένων τους όλοι οι Μπασταίοι . Σε ποιον δεν άρεσε ο καλός ο λόγος . Την ίδια τη στιγμή κυριαρχούσανε τα βάσανα , σαν απαιτούσανε το βίος τους απ’ τον τόπο . Η μόνη ευκολία τους ήταν η δυσκολία . Αυτό όμως είναι που δεν άρεσε στους Μπασταίους , που γεννιόνταν , δούλευαν και πέθαιναν σ’ ένα πολυσχιδέστατο , κακοτράχαλο τόπο σαν κι αυτόν  . Όλοι τον ήθελαν να είναι ίσιος , χωρίς γκρεμούς και ρέματα , χωρίς κακοτοπιές ... Ή , ας ήταν μακριά τους … Αντίφαση ακραία . Αγκάθινο στεφάνι στο σταυρό , κατά πως λέγαν τον ακούτραφό τους . Πώς να μεταλλάξεις σε άνθρωπο τον κακοτράχαλο τόπο … Πως ; Το νόμο της μη ανάλογης απόδοσης , ούτε που τον είχανε ακούσει , αν και το λέγανε αλλιώς : Βρέξει κώλο ,  φάει ψάρι …
Και σαν βλέπανε χέρσο τον ίσιο τόπο κάπου αλλού , βλαστημάγανε από μέσα τους , σαν ήσαντε μπροστά σε άλλους και φωναχτά σαν δεν τους άκουγε κανείς … 
Πρέπει να κοιτάς διαρκώς κάτω . Το άνω σχώμεν τας καρδίας … , εφαρμόζεται ανάποδα εδώ . Ακόμα κι ο παπάς το ίδιο έκανε και κάνει  , σαν περπατά στα ίδια κακοτράχαλα μπογάζια  ... Και στην εξομολόγηση δεν τους ρωτά για άνω σχώμεν και τέτοια .           Μόνο στην εκκλησιά μπορούν να κοιτάνε σύμφωνα με την επιταγή . Κι αυτό για λίγο . Μη και κακομάθουν και σακατευτούν οι χριστιανοί .  Γι’ αυτό και βάνουν τα καλά τους για να άνω σχώσιν τας καρδίας . Σημάδι συγνώμης , για το κάτω σχώσιν νουν , ψυχήν τε και καρδίαν , όλο τον άλλο καιρό... Αφού ο Θεός έφτιασε τον τόπο έτσι , δε μπορεί να ζητάει να κοιτάν αλλού . Κανένας Μπασταίος δε θα ανέχονταν τέτοια θεϊκή βλακεία . Γι αυτό και όλοι τους κοιτάνε κάτω . Δεν αλλάξανε την εντολή , γιατί αυτό λεγότανε στην εκκλησία . Οι ψαλτάδες , ο παπάς και ο δεσπότης , άμποτε κι ερχόταν στο χωριό κοιτάνε κάτω , ακόμα και στην εκκλησιά , μιας και στέκονται ψηλά . Οι άλλοι όλοι , κοιτάνε ίσια και ψηλά . Έτσι όλα σοφά γινόμενα , δεν θα χρειαζότανε καν η προτροπή : «άνω σχώμεν τας καρδίας» . Κάποιοι , και ιδιαίτερα κάποιες , που κοιτάνε κατά παπούτσια μεριά δε μετρά . Μια γρήγορη ματιά δε βλάφτει , αρκεί μην πάει ο νους τους στο επιθυμείσαι[6] κι αυτό δεν πάει καθόλου μες την εκκλησιά.
- Αυτό μόνο για τους άνδρες . Οι γυναίκες εξαιρούνται , μιας και ηγάπησαν πολύ[7]
   Πολύ φεμινιστικό το Βαγγέλιο , βρε παιδί μου !  Διατυπώνει καθ’ εαυτόν, με πόνο ο εξελθών της κοφίνου …
Σαν περπατάς να πατάς σωστά . Σε τέτοια κακοτοπιά δεν είχες καιρό για χάζι . Αν σκοντάψεις θα σακατευτείς , αν βέβαια γλιτώσεις .
Συχνά ’κουγόταν στο χωριό για τα παραπατήματα .
Δεν τήραγες μπροστά σου χριστιανέ μου ... Το νου σου που τον είχες …
Αυτόν μηντον ρωτάς . Περπάταγε περήφανα  … πρόσθετε ο άλλος .
Τις σοβαρές όμως καταστάσεις τις μάθαινε ούλο το χωριό και βάλε . Σταυροκοπιούνταν όλοι τους και τα :
Τι του ‘μελε του μαύρου κι άραγνου …  

- Είναι να μη σ’ εύρει το κακό..  …έδινε κι έπαιρνε , μα άφηνε πάντα ρέστα για την προσοχή . Να σακατευτεί κάποιος δεν ήταν δα και λίγο . Ασθενοφόρα και τ’ άλλα καλούδια του πολιτισμού δεν είχαν ακόμα εμφανιστεί . Και που εμφανίστηκαν αλλού , αυτό δεν αφορούσε το χωριό . Οι απλάδες[8] ήταν το φορείο και τα στουμπημένα  κρομμυδάκια το γιατρικό . Που να κουβαλήσουν και να πάνε πού , το σακατεμένο …
Το μαύρο …, τον βάλαμε στ’ απλάδι και τον κουβαλήσαμε στου Κρεκούκι, στον…. Βρωμάγανε τα κρεμμύδια , κλαίγανε τα μάτια μας … , στραβοπατάγαμε στις πέτρες στα γιδόστρατα … Άστα σου λέου , άστα . Δεν ήτανε ζωή αυτή …
Για το σακάτεμα  δε  λέγανε  καλή κουβέντα . Ακόμα κι ο Θεός του χωριού , συμφώναγε μαζί τους . Τον εσημάδεψ’ ο Θεός , το  λέγανε χαμηλοφώνως οι εχθροί του . Συμπάθεια χωρίς τσιγκουνιές στον που του λάχαινε τέτοιο κακό …
   Κακολογούσαν το σακατεμό για παιδαγωγικούς σκοπούς . Και το θεό τους χρησιμοποιούσανε λιγάκι και μάλιστα χωρίς την άδειά του . Θεωρούσανε δοσμένη τη γνώμη του … Με τόσα κεριά και προσευχές … θα ήταν ασύνετο για θεό να διαφωνεί . Η πληρωμή γινόταν προκαταβολικά για να τους έχει καλά . Πολλαπλασιαζόταν πάντα και μετά την ατυχία   Ήταν εκείνοι που δοξάζαν πάντα το θεό και στα καλά και στα κακά . Σαν το Ιώβ , που διδάσκονταν στην εκκλησία . Μα κι απ’ το σχολειό σαν ήρθε στο χωριό . Σαν τις μεγάλες ασφαλιστικές τα μπόνους … Κι όλα ήταν καλοδεχούμενα . Σαν χάσει τους Μπασταίους , ποιος θα τον δοξάζει στο χωριό ! …
   Κάποιοι στην κακοπάθεια τους δεν ακολουθούσαν την πεπατημένη . Δε λέγαν τα καλύτερα για το θεό . Η μπόρα έπαιρνε και τους αγίους . Θεϊκά και θεία έμπαιναν με τρόπο βίαιο στην κακότροπη περίστασή τους   …
Έτσι κι αλλιώς θα πρόσεχαν τους αναρίθμητους γκρεμούς , που δεν τους έφτιασαν οι ίδιοι  και αφού κι ο Θεός το απαιτεί , κάτι μπορεί να γίνει  . Οι περισσότεροι ακόμα και την ύπαρξή τους αποδίδαν στο θεό , αφού ο ίδιος διεκδικεί να είναι … τα πάντα εν πάσι .
Η συμπόνια δεν είναι  ό,τι το καλύτερο στον κόσμο . Σαν συμπονάς περνάς καλά , γιατί κάνεις το καθήκον σου κι έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου . Όρος για να κοιμάσαι καλά … Οι συμπονούμενοι σα συνέλθουν , το θυμούνται και το νυσταλέο γιατί αγουροξυπνημένο παραμιλά . Γιατί να έχουν αυτοί και όχι οι άλλοι ανάγκη από συμπόνια …Αυτό το ενδόμυχο γιατί , κουφαίνει και βουβαίνει τις αγαθοεργίες  και παραξενεύει τους αγαθοεργούς . 
Οι γονείς φοβέριζαν πως θα σπάσουν στο ξύλο τα παιδιά αν … ή θαντα κάνουν με τα κρομμυδάκια …Τα παιδιά φοβόντουσαν βέβαια το ξύλο , μα απεχθάνονταν τα κρομμυδάκια , πιο κι απ’ το γκρεμό . Μόνο ο μικρός Χρηστάκης , αγάπαγε τα κρομμυδάκια πιο κι από τα παγωτίνια . Για τους μεγάλους η φοβέρα είναι η πιο εύκολη λύση . Πιο δυνατή απ’ το ξύλο και τα κρομμυδάκια  . Δεν ξέρεις μέχρι που θα φτάσει το κακό απ’ την απειλή και τη φοβέρα , σκεφτόταν τα παιδιά … και πρόσεχαν διπλά … 
Για όποιον ξένο και περαστικό , είναι ένα πανέμορφο  γλυπτό της φύσης . Οι Μπασταίοι τ’ άκουγαν αυτά και τα σχολίαζαν μετά .
Αλήθεια τι δεν έβλεπε ο χριστιανός ;













[1] Μακρύσια μεριά .
[2] Πρόκειται για την «Περί αποκαταστάσεως των πάντων»  άποψη του Ωριγένη , «ίνα ει τα πάντα εν πάσει θεός », λέει , ο πιο θεοφοβούμενος και πολυγραφότερος απ’ όλους τους που γραψαν .
  6 Από εκδίκηση οι Μπασταίοι προσθέτανε ένα γιώτα . Τους έμεινε από το ρουφηχτό προς τα μέσα τους ι  ,  που είναι σημάδι φρίκης .


[5] = Σταματήσουν .
[6]  Κατά …  κεφ…. Στ …
[7]  ό.π. κεφ. … στ. … .

[8] Κάτι σαν τις γνωστές κουβέρτες , κατασκευασμένες από σπάρτο . Τα κουβερλί .



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου