Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Μπασταίικο λεξικό


Κουβεντολόι. Οι Μπασταίοι δεν πολυχρησιμοποιούσαν τη λέξη «λέξη». Αντί για τη λέξη «λέξη», λέγανε τη λέξη «κουβέντα». Είναι πασίγνωστο, πως τα Λεξικά ή Λεξιλόγια είναι συλλογή και καταγραφή λέξεων. Η λέξη «κουβέντα» και κουβεντολόι, ήταν το λεκτικό τους ψωμοτύρι. Το φαγώσιμο, πάντα τους ήτανε λειψό. Και τα δυο περίσσευαν σαν μετακόμιζαν στην κατουΝτίστα. Σαν ήθελαν να πουν στον ένοχο, που δεν μίλαγε, «λέξη δε λες», χρησιμοποιούσαν το ηχομιμητικό κιχ: «Κιχ δε βγάνεις, ε!». Και στο κλαψιάρικο που ενοχλούσε: «κιχ μη βγάνεις» ή και σκέτο «κιχ». Το γνωστό μας «λεξικό», ήταν άγνωστο σε όλες τις μορφές του. Λεξικό μεγάλο, μικρό, μικρομέγαλο , επίτομο, συνώνυμων, αντίθετων, ανώμαλων ρημάτων, ετυμολογικό, κυρίων ονομάτων κ.ά. Α! Υπήρχαν και τα «γλωσσάρια». Αυτά στο τέλος, συνήθως, των βιβλίων. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα και το:
Ορθογραφικό λεξικό. Αυτό το λεξικό δεν ξεχάστηκε από τη σειρά. Ξεχωρίστηκε σκόπιμα. Η ορθογραφία της λέξης απασχόλησε την τελευταία γενιά των Μπασταίων. Η κουβέντα δεν είχε κι ούτ’ έχει ορθογραφία, ούτε ορθοφωνία. Όλοι τους θέλανε να μάθουν "γράμματα" τα παιδιά τους, να ξεστραβωθούν για να γίνουνε καλοί άνθρωποι. Και σαν λέγανε "παιδιά" νοούσανε τ' αρσενικά. Ελάχιστες Μπαστιώτισσες και λίγες Μπαστιωτοπούλες πήγανε σχολείο.
Πιστεύανε πως γράμματα ήταν η ορθογραφία, η προσθαφαίρεση κι ο πολλαπλασιασμός, κατά πως τους λέγαν οι περιγραμμάτου. Έξυπνοι οι ορθογράφοι μαθητές! Βλάκες οι ανορθόγραφοι. Για γράμματα κάνανε οι πρώτοι, οι άλλοι όχι. Οι άνθρωποι γεννιούνται έξυπνοι ή βλάκες . Η γλώσσα, το πιο σπουδαίο μέσο στην ανάπτυξη του ανθρώπου, γίνεται πεδούκλι στα χέρια των που δεν θα ’πρεπε να είναι. Μεγάλη πληγή στη γλώσσα. Σχεδόν σε κάθε γλώσσα. Οι Αρχαίοι Έλληνες, δημιουργοί της επιστημονικής προσέγγισης του κόσμου, δεν είχαν ορθογραφία. Χαίρονταν ακόμα και την ασυνταξία. Η αττική σύνταξη, όπως την είπαν οι ελληνιστές Γραμματικοσυντακτικοί, δεν ήταν τίποτα άλλο από καραμπινάτη ασυνταξία. «Τα πάντα ρει», τραγουδούν και μουρμουρίζουνε καμαρωτά οι άσοφοι και οι σοφοί. Κανείς δεν αποτόλμησε να πει βλάκα τον Ηράκλειτο, καθώς αιώνια θα … «παίζει τα παιδία». Η άγνοια της ορθής γραφής, δεν μίκρυνε το μεγάλο Σολωμό. Κι ούτε γραμματικός δεν τόλμησε να τον μικρύνει. Τόλμησαν όμως και τολμούν για τα παιδία!
Τα περί βαρβαρισμών και σολοικισμών , είναι μεταγενέστερα παρακμιακά τερτίπια. Αλεξανδρινών γραμματικών, που «διυλίζανε τον κώνωπα» και καταπίνανε γκαμήλες. Καλύπτανε την πνευματική τους φτώχια, κάτω απ’ της ασυνταξίας το χαλι και της ορθογραφίας την κακομοιριά την ανυπαρξία δημιουργίας! Η φλυαρία και το γαύγισμα της κούφιας ρητορείας, φάνταζε και φαντάζει, προσόν. Υπονομεύεται η σκέψη, σαν σταματά απ’ την τρικλοποδιά και το πεδούκλι: Πώς γράφεται αυτή λέξη! Η συνέχεια κόβεται στη μέση, χάνεται η ορμή, η πρωτοτυπία και ιδιαίτερα η ομορφιά της. Το καθεστώς της ασυνέχειας, πηγή της καθυστέρησης θρονιάζει. Και στους πετυχημένους απωθημένο παραμένει η ορθογραφία. Και, τι κρίμα, η βλακεία των γραμματικών, χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο και αποδειχτικό βλακείας των παιδιών.
Κι όμως: Κανένα λεξικό δε συμφωνεί με κανένα άλλο στην ορθογραφία. Σε καιρούς ορθογραφικής έντασης, θα βρείτε την περισπωμένες πάνω από τον "κήπο" και βαρείες οξείες στις τριανταφυλλιές. Για την προσωδία ο Ι. Σταματάκος παραπέμπει στο Γερμανό Φranz Passow!(ΛΑΕΓ σελ. 1218) Καθώς αλλάζουν οι καιροί αλλάζει και η ορθογραφία. Το κακό όμως παραμένει.
Στην αρχή οι Μπασταίοι λέγανε στο δάσκαλο, πούλεγε τα σχετικά με την ορθογραφία: "Ξύλο δάσκαλε δεν έχεις; Ξύλο. Το ξύλο βγήκε απ΄ τον παράδεισο". Δεν άργησαν, όμως και πολύ κάποιοι Μπασταίοι, που οι δάσκαλοι ρίχνανε ξύλο για τα γράμματά τους, να πιάσουν τη μαγκούρα και να κατηφορίσουν κατά δάσκαλου μεριά!!!

εγκυκλοπαίδειες. Και βέβαια οι Μπασταίοι δεν είχαν ιδέα από εγκυκλοπαίδειες, μικρές ή μεγάλες και επίτομες. Το πότε εμφανίστηκε το πρώτο λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια στο χωριό και ποιος το έφερε, δεν μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια. Πάντως πολύ μετά τον ερχομό του σχολείου. Αν και στη 10ετία του ’40, του ’50, ίσως και του ‘60 δεν πρέπει να ήρθε στο χωριό τέτοιος επισκέπτης. Από τη 10ετία του ’70 και μετά, όλο και κάποιο λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια θα έκανε την εμφάνισή της στο χωριό. Από τη 10ετία του ’50, τα παιδιά των Μπασταίων, που σπούδασαν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές, χρησιμοποίησαν, οπωσδήποτε, λεξικά και εγκυκλοπαίδειες. Μέχρι το 1928, που ονομαζόταν Μπάστα το χωριό, είναι περισσότερο από βέβαιο πως δεν "πάτησαν το πόδι τους" λεξικά κι εγκυκλοπαίδειες. Εκτός από τα εκκλησιαστικά βιβλία, δύσκολο να εύρισκε κάποιος άλλο βιβλίο στο χωριό. Κι όμως οι Μπασταίοι είχαν το δικό τους λεξικό. Το «κουβεντολόι» τους. Κι αυτό ήταν προφορικό και όχι γραπτό. Τα πρώτα βιβλία που ήρθαν στο χωριό, πρέπει να ήταν τα εκκλησιαστικά. Το Ευαγγέλιο, ο Απόστολος, το ωρολόγιο, η παρακλητική, το πεντηκοστάριον, τα μηναία και το ευχολόγιο. Αυτά πρέπει να έκαναν τη εμφάνισή τους μετά το 1848, χρόνο που φτιάχτηκε η εκκλησία. Δεν είναι σίγουρο πως είχαν εκκλησία πριν από τη χρονολογία αυτή. Ο Γεώργιος Α. Χρυσανθακόπουλος αναφέρει ρητά πως, πολλά χρόνια πριν από το 1820, « Ήρχοντο εις την εκκλησίαν του Δούκα από όλα τα πέριξ χωρία, διότι κανένα χωριό δεν είχε ούτε Εκκλησία ούτε ιερέα» και όσοι ήθελαν να εκκλησιαστούν πήγαιναν στου Δούκα.
Πότε πρωτόμαθαν οι Μπασταίοι να γράφουν και να διαβάζουν είναι δύσκολο να ειπωθεί. Σίγουρα ο παπάς κι ο ψάλτης, όταν πρωτολειτούργησε η εκκλησία, που φτιάξανε το 1848 οι Μπασταίοι, πρέπει να γνώριζαν ανάγνωση, αν βέβαια ήτανε Μπασταίοι. Ο παπαΘόδωρος πρέπει να ήταν ο πρώτος Μπασταίος παπάς, τέλη του 19ου αρχές του 20ού αιώνα και σίγουρα ήξερε να διαβάζει τα εκκλησιαστικά βιβλία.

ΠωςΚαιΤι; Οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά τη διπλή ερώτηση, σαν κάποιος εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά τους και εννοούσαν: Πως αποδώ και τι γυρεύεις εδώ. Κάποιοι περισπούδαστοι σοφοί πάνε μακριά και αποφαίνονται με το ύφος όλων των καρδιναλίων: "Δεν έχει σημασία τι λες, αλλά πως το λες. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο, αλλά η μορφή του, λένε. Αν ήτανε αληθινό αυτό για τους Μπασταίους, τότε οι Μπασταίοι δεν θα μίλαγαν ποτέ τους! Κι αν γενικευόταν σ' όλα τους τα προς το ζην, δε θα υπήρχανε Μπασταίοι. Τους Μπασταίους δεν τους πολυαπασχολούσε το πως θα φάνε, αλλά τι και αν, θα φάνε. Δευτερευόντως και πολύ λίγο τους απασχολούσε το τι θα πούνε κι ακόμα λιγότερο το πως θα πούνε κάτι, αν και λέγανε συχνά πως: η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακάει. Για τους που εξασφαλίζουνε τον επιούσιον, σημασία αποχτά το: πως τους. Όλοι οι Μπασταίοι ασχολούνταν με το τι θα φάνε και δεν τους έμενε καιρός για τα πώς θα τρώγανε και τέτοια. Το Μπασταίικα χέρια φτάνανε για κουταλοπίρουνο και πέρσευε πάντα το μαχαίρι. Έπρεπε πρώτα να φάνε κάτι κι αυτό δεν ήταν καθόλου υπόθεση καλών τρόπων και συμπεριφοράς. Και τα πράγματα δυσκόλευαν αφάνταστα, σαν τα στόματα ήταν περισσότερα από τα δάχτυλα του ενός και των δυο συνήθως χεριών κι όχι και πολύ σπάνια και του αριστερού ποδιού τους. Πάντα, υλικό περιεχόμενο μορφοποιούσαν οι Μπασταίοι.
Κι ο Σοσίρ! Η προφορική γλώσσα προηγείται σε αξία από τη γραφτή, έλεγε ο Σοσίρ και συμφωνούσαν έμπραχτα οι Μπασταίοι. Δεν είναι ιδιοχτησία και ιδιοχρησία των γραμματισμένων, των πλούσιων ή των μοναχικών. Παίρνει σάρκα και οστά μέσα στη ζωή της κοινότητας και ζει απ’ τη ζωή της. Το ίδιο και οι λέξεις και το περιεχόμενό τους. Μόνο η χρήση τους είναι υπόθεση ατομική. Κι από αυτό το δικαίωμα δεν παραιτούνταν οι Μπασταίοι. Δεν καυγάδιζαν οι λέξεις και οι φράσεις μοναχές τους. Τα παλικάρια τραβούσαν το κουμπούρι και πήγαιναν βουνό ή φυλακή. Σαν ξεκουρβουλώναν στο χωριό, ξεφώνιζαν κάνα ωχ ή και βλαστήμιες. Στο μαγαζί χοροπηδούσαν άναρχα λέξεις και φράσεις κι ερχόταν η ουσία τους σε ύπαρξη. Ήταν η χωριάτικη ψυχή τους.


(Το Μπασταίικο λεξικό περιμένει τη δική σου συμβολή.)

                                 
                                  Α

Α, α. Οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσαν τον τύπο αυτό για να εκφράσουν όλων των ειδών τις καταστάσεις και τα συναισθήματα. Κάτι σαν την πασίγνωστη λέξη, με την οποία, εσχάτως, οι πιτσιρικάδες, κι όχι μόνο, λένε τα πάντα. Σαν προσταγή: α, άι, άιντε και άντε, στο ... καλό. Κι αν πρόκειται για πολλούς ή πολλές: άιντεστε και άντεστε στο... Σαν αρνητικό: ά παπαπα, όχι, με τίποτα, που κάποιες φορές είχε και μπόλικο ναι, σαν το λέγανε γυναίκες Σαν ερωτηματικό: α; Τι 'πες; και όχι λίγες φορές ερχόταν το απρόσμενο: Άξι και ξερό! Σαν θαυμαστικό: α! Σαν ρηματικός τύπος προέρχεται από το αρχαιοελλ. άγε = πήγαινε ... Στο ΛΚΝ, καταγράφεται σαν επιφώνημα μόνο, όπως τα: αχ, οχ, ουφ, αμάν, ωχ, όρε, ρε ..., μωρέ ..., μωρή ...! Μπ. φαρσ. Α, στον (γ)κορακα, α να χαθείς , αλλά και: άιντε να χαθείς. - Άιντε στα τσακίδια, βρε άιντε αποδώ , άιντε & άι = πά(ή)γαινε στο καλό ή στο ..., άιντεστε ..., στον απήγανο, στα τσακίζματα, στον (γ)κόρακα, στα γκρεμίζματα, στον οξαποδώ. έκφρ. απειλής, συνοδευόμενη με κίνηση, σαν τράβηγμα του γενιού, από άντρες και γυναίκες: άι, άιντε και άιντεστε και δε θα μου γλιτώσεις/στε. εκφρ. Απογοήτευσης: Άι, πάει 'κείνη δουλειά. εκφρ. Ενθάρρυνσης: Άει τώρα = πήγαινε τώρα και αποθάρρυνσης: ά να χαθείς και άιντε να χαθείς, να πνιγείς ...
Αβανιά, η. Πάντα λέγανε μια λέξη, με δύο τόνους: Κακι’ αβανιά, που σημαίνει κακιά φήμη. Τραγουδιόταν και στο χωριό: κακι' αβανιά μου ρίξανε/ πως φίλησα κορίτσι, ... = Η δυσφήμιση στο τραγούδι, ειρωνικά. Στο Μέγα λεξικό του Δημητράκου, σελ.3 καταγράφεται σαν Ιταλ. λέξη. Στο πιο αξιόπιστο ''Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής'' (ΛΚΝΕ)του ΑΠΘ, σελ. 2, καταγράφεται σαν Αραβική: Hawan -ης ='προδότης'
Αβάντα, η. = Βοήθεια. Καν' του λίγη ..., λίγο τράτο. Έλα και θα σου κάνω ...''. [παλ. ιταλ. avat (are) ή ßενετ. vant(arse) 'καυχιέμαι' -α (αναδρ. Σχήμ.)]. ΛΚΝΛ του ΑΠΘ σελ.2.
Αβαρία, η ζημιά, αλλά και κάποια έκπτωση. Φρ. Έγινε, πάθαμε αβαρία. Κάνε, έκανε ...Σύμφωνα με το ΛΚΝ του Αρ. Π. Θ.[ιταλ. avaria < αραβ. awariya]
Αβγατάου, ρ.
Αßέρτα, επίρρ. = απεριόριστα, χωρίς κανένα περιορισμό. [ßενετ. averto 'ανοιχτός' -ς].
Αγάλι-αγάλι και με το πάσο σου, επίρρ. τροπ. = αργά - αργά, με λίγο κόπο. Αγάλι - αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι. Από το αρχ. γαληνός. Αγάντα, η. Στήριγμα, βοήθεια. Ιταλ. agguantare= αγαντάρω.
Αγάς, ο. Μπ.φρ.  "... σαν αγάς", με αυτάρκης
Αγγόνα, η. Η εγγονή.
Αγγούρι, το. Από το Αραβ. Agur.Αγκαζέ άκλ. Πιασμένος. γαλλ. Engage' Αγκελώνει, -ωσε ... αγκυλώνει, τσιμπάει, αρχ. άγκυλος.
Αγκίδα και Ακίδα, η σκλήθρα, αρχ. ακίς, -δα.
Αγκλίτσα, & γκλίτσα, η. η κλίτσα των Μπασταίων.
Αγκούσα, η.= δυσφορία, κούραση. Βεν. angossa. Πιο πολύ οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσανε το αντίθετό του: ξαγκούσα, η. Ειρωνική Μπστ. φρ. «Κάνε παιδιά να δεις ξαγκούσα» ή «είπα κι εγώ να δω ξαγκούσα, αλλά ...»
Αγκρουμάζουμαι, ακούω με προσοχή, κρυφακούω.
Αγκωνή, η. Η γωνία.
Αγλέορας, ο. Είδος δηλητ. φιδιού. Για τους Μπασταίους αυτός που τρώει πάρα πολύ, τον περίδρομο. Το αρχ. ελλέβορος, μετατράπηκε σε αλέβουρος και μετά από άλλες μεταβολές έγινε: αγλέορας.
Αγκορτσιά, και γκορτσιά = αγραπηδιά. Βουλγ. από Gornic(a) με μετατροπή σε gorica.
Αγκριτζιάνιστος, αντί του αγρατζούνιστος.
Αγκρουμάζουμαι
, ρ. Ακούω με προσοχή, κρυφακούω
Άγουρο, το. Το ανώριμο φρούτο, αλλά και στα Μπ. «Άγουρο πράμα» = ανυπόφορο.
Άγραφα, τα. Μπ. Φράση: «αυτό είναι από τ' άγραφα» = αυτό είναι τόσο παράλογο, που δε λέγεται (όχι γράφεται).
Αγρικάου, ρ. Μπ.Φρ. ".... δεν αγρικάει", δεν ακούει, αλλά και δεν πειθαρχεί.
Αδερφομοίρι, το. Αυτό που μοιράζονται τ' αδέρφια.
Αερικό, το. Ο ανεμοστρόβιλος. Αλλά και το πολύ γρήγορο τρέξιμο. Φρ. Έγινε αερικό, σου λέω ή έγινε καπνός = έφυγε πάρα πολύ γρήγορα. Αλλά και το ξωτικό, ο σίφουνας.
Αθέρας, ο. Από το αρχ. ελλ. Αθήρ, -ερος και στην αιτ. αθέρα = το άγανο, το γένι του σταριού, αλλά και η ακμή, η αιχμή του όπλου, η κόψη του ξουραφιού. Στα Μπασταίικα υπάρχει και η λέξη αφήρι, το. Φρ. «Κόβει το μαχαίρι;» Απαντ. «Αφήρι, σου λέου».
-αίουνε (και -αίωνε). Για τις περιοχές, γειτονιές, χωράφια, παιδιά, ζώα, ανάχρεια κλπ, χρησιμοποιούσαν στα οικογενειακά παρατσούκλια: των ... -αίουνε (και -αίωνε), όπως: του και των Φωναίουνε (και -ωνε), γιατί Φώνης (Ξενοφώντας) ήταν γενάρχης στο σόι.
Άκα. Αντί του όχι. Το κ ουρανικό. Αυτό κι αν είναι Μπασταίικο. Φρ. «Θα πας στου Κακόση;» Απαντ.: « Άkα», αλλά και τς, καθώς ξεκολλάει η γλώσσα από τον ουρανίσκο, είχε την ίδια σημασία. [Το ιταλ. γραμμα Η,h (άκα)]
άκιωτος, -η, -ο,το. Φρ.: «τ' άφηκα άκιωτο το ...» Δεν το τέλειωσα. Η πασίγνωστη αυτή λέξη δε φιλοξενείται σε λεξικά!
Ακουμπάου, ρ. Αγγίζω, καταθέτω, αφήνω, στηρίζομαι. Μπαστ. φρ.: «Ακούμπησα να ξαποστάσω ο/η μαύρος/η». Ακούμπα το λίγο να πάρεις μια ανάσα. Τ΄ ακούμπησα μόνε-μόνε. (ίσια-ίσια). Ίσια που τ' ακούμπησα. Στο ΛΚΝ, σελ. 53 αναφέρεται: ακουμπώ [akumbό] και –άω, [μσν. Ακουμπώ < ακουμπ(ίζω) μεταπλ. –ώ, με βάση το συνοπτ. Θέμ. ακουμπισ-]. Στο ΜΛΕΓ, σελ. 171 αναφέρεται: ακουμπώ -άω. Στα Λατ. υπάρχει το ρ. cubo = κείμαι, κοιμάμαι και cubus = κύβος, και ιταλ. Cubo= κύβος.
Ακουμπίστρα, η. Στο διάσελο, σκάπετα προ του Καλυμπάκι, λέει ο Μήτσιος του Πετρίλη υπάρχει ακόμα η ακουμπίστρα! (να φωτογραφηθεί). Ο Σουμάνης υποστηρίζει πως έχει κι μια άλλη στη Κιάφα. Την έχω ακουστά και εγώ, πετιέται ο Ρουλάκος. Εκεί την ακουμπάγανε, πετάχτηκ' ο Λοξίας, λες και το περίμενε. Το πονηρό χαμόγελο του Ρουλάκου αλαφραίνει τη σοβαρή κουβέντα.
Ακούτραφος και Ακούτραφας, ο. Το μέρος του κεφαλιού από τη μεριά του αφτιού. Μπ.φρ. "Μια στον ακούτραφο (= στο κεφάλι) και πάρ' τον κάτω".
Αλαλιάζω και -σα –σες. Μπ. φρ. "Θα(ν)το …, θα το …, θα σε…, θα(ν)τ’ αλαλιάσω στο ξύλο = θα του δώσω τόσο πολύ ξύλο", που δεν θα μπορεί να βγάλει λαλιά.
Αλάργα, επίρ. Μπ. φρ. "Μακριά από … Αλάργα από τέτοιους, από μακριά". [Μσν < Ιταλ. (γενοβ. διάλ.) a larga] ΛΚΝ. Σ. 61 ΜΛΕΓΣ σ. 217.
Αλατζιάς, ο. Το γνωστό ύφασμα. [τουρ. alaca] ΛΚΝ σ.61.
Αλαφιάζω, -σμένος, η, ο. Λαχανιασμένος από επικίνδυνη καταδίωξη. Φρ. «Τ’ έχεις κι είσ’ αλαφιασμένος;». «Τρέχανε αλαφιασμένα τα ζα».
Αλβανικά, τα. Η αλβανική Γλώσσα. Στο ΛΚΝ σ. 61 [λογ. < μσν. Αλβαν (ός) , –κος, Αλβανός: παρετυμ. του Αρβανίτης (συγκρ. και το μσν. Αλβανίτης) ίσως κατά το ελνστ. Αλβανός. 1: κάτοικος της Αλβανίας στον Καύκασο. 2: κάτοικος της ιταλικής πόλης Alba Longa’].
αλπού, η & αλπούδες, οι & αλποφωλιά, η. Η γνωστή μας αλεπού στα Μπ. (αρχ. αλώπηξ).
Αλισίβα, η. Νερό βρασμένο με στάχτη, για να μειωθεί η σκληρότητα και να πιάνει το σαπούνι. [ιταλ. Lisciv(i)a]
Αλλουνού, αλληνής. Μπ. Φρ. «Στις 9 του αλλουνού» (Μήνα) Και: «αλλουνού παππά βαγγέλιο». Αλλά και: «κανενού και καμιανής, τουτουνού και τουτηνής».
Αλφαβήτα, η. Μεσν. η γνωστή αλφαβήτα, αλλά & αλφαβήτης και -ες, ο. Κυριολεκτικά, τα ανώριμα, τα αγίνωτα στα Μπασταίικα - κι όχι μόνο- σύκα, αλλά και το σορολόπ, τα ανώριμα μυαλά. Υπήρχε και σχετικό σκωπτικό 4στιχο: «Άλφα, βήτα τσορολό,/ το κεφάλι σου ξερό, / κρέμεται στον ουρανό, / τρώει τραχανοχυλό.» Η λέξη Αλφαβήτης, -α, δε βρέθηκε στα Λεξικα.
Αμάκα, η. Πράσινο φυτοπλαγκτόν(;), που σχηματίζεται στα λιμνάζοντα νερά. Ιταλ. amaca (θ)= αιώρα. Στου Μπάστα δεν χρησιμοποιείτο με τη σημασία του τζαμπατζή, αλλά μόνο για το επιπλέον σε στάσιμα νερά πράσινο φυτοπλαγκτό.
Αμανάτι, το. Μπ.φρ. "τ' άφηκε αμανάτι", το εγκατάλειψε ...
Αμέ, βεβαιωτικό. Μπ. φρ. "αμέ τι κάνε", και βέβαια ναι.
Αμέτι μουχαμετι, γνωστή Μπαστ. Φρσ. = πεισματάρικα. Τουρκ. Amet muhabbet. Από τα αραβ. Muhabbet = φιλική κουβεντούλα. ( δες και ΛΚΝ σ. 878)
Αμήν, = μακάρι, μακάρι να γίνει. Εβρ. Amen. Οι Μπ. Λέγανε: Αμήν, ο θεός να δώκ(σ)ει.
Αμί, βεβαιβτικό. Ναί.
Αμπάριζα, ίσως Αλβ. Abares(e) - a. ΛΚΝ σελ. 81. και αμπάρα ( ιταλ. Barra, ο μάνδαλος). Τον πήρες αμπάριζα. Το γνωστό δρομικό παιχνίδι Σκλαβάκια(;) δε λεγόταν στο χωριό. Στο χωριό λεγόταν: τομπήρε(ς) αμπάρζα ή τομπήρε(ς) μπροσταριά ή άρχισε(ς) και δεν τελειώνει(ς). ΛΚΝ [ίσως αλβ. ambares(e), -α]
Αμποδάου, πάντα ασυναίρετο το α’ ενικό. Φυλάου. Μπ. φρσ. «-Τ’ αμποδάς τα πρόβατα; -Τ’ αμποδάου. -Τ’ αμπόδικες …; Τ’ αμπόδικα. Το χωράφι είναι αμποδημένο. (= Έχουν βάλει στο χωράφι σαμάκια. Στα ορεινά, που δεν έχουν σαμακιές, φτιάνουν κουτρούλια).
Άμπακος, ο. Στη φράση: Έφαγε(ς) τον άμπακο, δηλ. έφαγε τόσο πολύ, όσο και οι αριθμοί του άβακα. Ιταλ. abbako –ς < από το λατ. abacus < που προήλθε από αρχ. Άβαξ (= το αριθμητήριο, αλλά και αβάκιο, η γνωστή στους Μπασταίους και τα Μπαστιωτόπουλα, πλάκα, όπου γράφανε (μέχρι τα μέσα του 20ου
Αναγελάου, ρ. Φρ.Μπ. "... μ' αναγελάει", κοροϊδεύει.
Ανάθεμα, το. Από το αναθεματίζω και ανάθημα, από το ανατίθημι, 1. Το αφιέρωμα, το ανάθημα, 2. Συνήθως με κακή σημασία: το καταραμένο, το αφορισμένο, το αποχωρισμένο από την κοινότητα, 3. Η βλαστήμια. Υπάρχει και τοπωνύμιο στου Μπάστα.
Ανάρια - ανάρια.  Μπ. «αργιά (αραιά) και που», αλλά και το ανάλαφρο, χαριτωμένο περπάτημα.
Ανάχρειο, το. Στα Μπαστ. Κάθε τι που χρειάζονταν συχνά. Τα μαγειρικά σκεύη, τα γεωργικά εργαλεία κλπ. Μπ. Φρσ. «Φέρε μου 'κειν' το ανάχρειο που σου 'δωκα».
Ανέφταγος, -η, -ο. Φρ. Μπαστ: «Ανέφταγο/η, που να μη σ’ εύρη …» Ήπια κατάρα.
Αντάμα, επιρρ. Μαζί. Μπ.φρ. "όλοι-όλοι αντάμα κι ο ψωργιάρης χώργια"
Αντάμ παπαντάμ. Από πολύ παλιά. Μπ.φρ. "Αντάν-παπαντάμ, πάππων προσπάππων, σου λέου". [ΛΚΝ:τουρκ. Anadam babadam ’από τη μητέρα από τον πατέρα’ …] Αντάµα, επιρ. Μαζί. Από το ελνστ: «εν τω άμα.» Μπ. φρ."Όλοι, όλοι αντάμα κι ο ψωργιάρης χώργια".
Αντάρα, η. Μόνο με την έννοια της φασαρίας χρησιμοποιείτο στο χωριό.(Από το αρχ. αναταράσσω).
Αξάγγλιγος, -η, -ο. Ο αχτένιστος/η/ο.
Άξι και ξερό. Πάντα μαζί οι λέξεις. Απάντηση σε όποιον έλεγε: ααα; κι έκανε πως δεν κατάλαβε την ερώτηση.
Αξούριστος, και –γος. Αυτός που δεν ξυρίστηκε.
Απ, σ' έπιασα. Επιφ. Στο ξαφνικό πιάσιμο κάποιου.
Άπα, λέξη βρεφική ακλ. Σήκω σιγά-σιγά.
Απάγκιο, το. Απάνεμο, προστατευμένο μέρος από τον αέρα.[απ' το άγκος, το κοίλωμα, λαγκάδι, ο αγκών, αγκάλη, καμπύλη, ... ]
Απεδώ, Απεκεί. Μπ.φρ. "Απεδώ ο κύριος, απεκέι η κα … τάδε. Να πάνε αποδώ τα παιδιά κι απεκεί".
Απιστωμα, επιρρ. Ανάποδα
Απήγανος, ο. Σαν φυτό πρέπει να ήταν άγνωστο στο χωριό Μπάστα. Σε χρήση ήταν η φράση: «Στον απήγανο.» Στα τσακίδια.. [Από το αρχ. πήγανον και ίσως του πήγνυμι] = μπήγω και πήζω (το τυρί ή το γιαούρτι) στα Μπασταίικα.
Αποκόντριος, -α, -ο. Πρόκειται για παραφθορά του: υποχόνδριος. Απόξω, επιρ. Φρ. Μπ. ειρωνική «τα ξέρει, απόξω κι ανακατωτά». Αποσόκα, η. Φρ. Μπ. «Πήρε την αποσόκα του» = … την αποστομωτική του απάντηση.
Αποκορωμένος, -η, -ο. Ο κατάκοπος, αλλά στα Μπ. κι ο πρόσκαιρα αποβλακωμένος. Φρ. «Μπιτ αποκορωμένος.» [Το στερ. α και το αρχ. κόρος = το χόρτασμα(απ' το κορέννυμι).
Αποκοτιά, η.  Επικίνδυνη παράτολμη, κακή ενέργεια πάνω σ. το θυμό. Μπ. φρ. "τήρα μηγκάνεις καμιά αποκοτιά. [Ομ. Κότος= θυμός, οργή κακία].
Απολάου, ρ. αντί του Απολύω. Αφήνω ελεύθερα τα Ζώα, αλλά και: «απόλυκε η εκκλησιά ή το σχολειό.» Αλλά και ο γάμος σαν έκλα...ψε η νύφη!
Αποσταίνω, ρ. (=κουράζομαι). Μπ. Φρ: «Απόστασα ο/η μαύρος/η». [απ' το αρχ. αφίσταμαι]
Αρά, η. ευχή, κατάρα. 2. Άρα, συμπερασμ. σύνδεσμος και ερωτ. μόριο αρν. 3. Αρ, το (ακλ.) από το λατιν. Area και σε χρ. στη γαλ.(are). Μον. μέτρ. επιφ., ίσο με 100τμ. 4. Αρασέ, το. Γαλ. Αθλ. Όρος. 6. Άρα …, = συνδετικό με άλλο σε σειρά, έκφραση εικασίας, έκπληξης, απορίας, υποθετικής προτ. από το αραρίσκω = αρέσω. 7. Στου Μπάστα έχουμε πολλά τοπωνύμια, όλα σχεδόν, στην ίδια περιοχή. Αρα-λιά, Αρα-πρίφτη, Αρα-ντρίτσι, Αρα-τερούτσι, Αρα-δημακάκη, Αρα-πάνους (στου Σάλτσου), Αρα- μάδι (στη Μούζγκα), Αρα-γγελή (στα κιόνια, η σταφίδα του Κρυελέση).
άραγνος, -η, -ο & άραχνος,. Ο κακομοίρης, η κακομοίρα, το κακόμοιρο, που βρίσκεται σε μεγάλη δυστυχία. Φρ. Μπστ. « Μαύρος κι άραγνος». Από το: αράχνη, αραχνιασμένος
Αράδα, η. Σειρά, από το βεν. arada "το περιεχόμενο αλωνιού". Αραλίκι, το. Η τεμπελιά, το καθισιό. Τουρκ. Aralik ‘χαραμάδα, ρωγμή, παύση’.
Αράπης, ο.Άραψ (πς), ο Άραβας. Υπάρχει και η σπηλιά τ' Αράπη στο Καυκαναίικο …
Αραποσίτι, το. Ο αραβόσιτος, που πρωτευουσιάνοι το λένε καλαμπόκι! Αργιά, η. Αειθαλής δρυς.
Αργιoλόι, το. Το κόσκινο. Πιθανώς από το αρχ. Αραιός (= αριός & αργιός. Φρ. Αργιά και που) και αργιολογάου, μαζεύω, διαλέγω αραιώνοντας(;)
Αρίδα, η & Αρίδι, το. Τρυπάνι για το άνοιγμα (τρύπημα) των βαγενιών. Μπ,φρ. "Μετά το τρούπημα του βαγενιού με το αρίδι ή τη αρίδα, μπήγανε τομπίρο (ξύλινο)"!
Αρμπαρόζα & αλπαρόζα, η . Η γνωστή αρμπαρόριζα. Ιταλ. Albarosa. Αρούκατος, -η, -ο. Αυτός που χρησιμοποιεί άτσαλα τη δύναμή του. Συμπεριφέρεται ασυνήθιστα, απρόσμενα, ακαταλαβίστικα.
Άρτσι μπούρτζι και λουλάς, Μπα. φρ. Κάποιοι το ‘λεγαν αλλιώς: Άρτσι βούρτσι και λουλάς. Μπερδεμένα, Ανάκατα.
Ασίκης, ο. Ο λεβέντης.[τουρκ. asik από τα Αραβ.= τραγουιστής]
Άστον, -ην, -ο,  και αφτον, -ην, -ο, επιθ.. Αφησέ τον, -την, -το.
Ασφάκα, η [asfáka]. Ο [Ελλνστ. Τύπος: ο σφάκ(ος), μεταπλ. σε θηλ. -α και αναπτ. Προτακτ. α από ασυμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλαβισμό [mia -sf>mi asf>mi-asf]]. (σελ. 225 ΛΚΝ) Είδος θάμνου. Όνομα των φυτών ελελίσφακος, νήριον(το φυτό: ροδοδάφνη, σελ. 4901 ΜΛ της ΕΓ, το ροδόδενδρο, η πικροδάφνη, σελ. 6423 ΜΛ της ΕΓ) και φλόμις (στα Μπαστ. σφλόισμο, ο φλόμος, στη φράση: μας φλόμωσες με ...), αλλά και: σφακιά και σφάκα, η. Το φυτό ελελίσφακος ο φαρμακευτικός, η φασκομηλιά, αλίσφακος, αλισφακιά, παπουδιά. Σφακιά, η φασκομηλιά. Ο Κρυστάλης: τετραδιπλώσαν τη φωτιά μ' ασφάκες. (ΜΛ της ΕΓ του Δημητράκου σελ. 1111 και 7031). Οι Μπασταίοι, κι όχι μόνο, οι μικροί, αλλά και οι μεγάλοι, ρουφάγανε το μέλι από τα κίτρινα λουλούδια της ασφάκας. Το κυψελοειδές πολυσύνθετο ''δοχείο'', ο κάλυκας των λουλουδιών της (α)σφάκας, είναι ολόιδιος με τη φωλιά της σφήκας, που πολλές φορές τις κατασκεύαζαν πάνω στις ασφάκες. Ο σφηξ, γεν. σφηκός, στη Δωρική διάλεκτο είναι: σφαξ, -κός (σελ. 960 και 961 στο Λ της Αρ. Ελ. Γλ. Του Ι. Σταματάκου), που στον πληθυντικό γίνεται: σφάκες. Πολύ πιθανό να σχετίζονται οι λέξεις με το ζωύφιο και να πήραν το όνομα, ανάλογα με το ποιο από τα δύο πήρε πρώτο το όνομα.
Ατήραγος, ο. Απαρατήρητος
Αυτουνού, -ηνής.
Αφάνα, η. Θάμνος με λεπτά αγκάθια, που καίγονται πολύ εύκολα.[ελνστ. άγν. προέλευσης]
Αφαλαρίδα, η. Το γνωστό φυτό με το λουλουδένιο κίτρινο αγκάθι και πασίγνωστο Μπασταίικο τοπωνύμιο, με το λιοστάσι.
Αφήρι, το. Τρούχισα το μαχαίρι, …. το σκεπάρνι κι έγινε αφήρι, ξουράφι. Από το αρχ. αιθήρ.
Άφτον, -ην, -ο, επιθ.  Άφησέ τον, -την, -το.
Αχαΐρευτος , ο. Αυτό που "δεν κάνει χαϊρι", προκοπή
Αχαμνός, -η, -ο. Ο αδύναμος, -τος, άπαχος. ΜΠ. φρ. "Αχαμνά τα αρνιά, τα ζα", μα και τα γεννητικά όργανα του άντρα: Φρ. Μπ. Του ’δωσε μια στ’ αχαμνά και τον ξέρανε τον άντρωπο. [απ' το αρχ. χαύνος = πορώδης, αραιός. Δες και ΛΚΝ σ.249]
Άχνα και αχνιά, η. Ο ήχος της εκπνοής. Πάντα σε αρν. εκφρ. Μπ. φρ: "Μη βγανεις άχνα. Αχνιά, είπα". Λέξη μη λες, τσιμουδιά. Στα κλαψιάρικα: Κιχ μη βγάνεις. [Από το αχνίζω]

                                   Β


Βάβω, η. Η γιαγιά. Σλαβ. Babo, κλητ. της λέξης baba
Βαγένι, το. Το κρασοβάρελο
Βάγια, η. Η παραμάνα.
Βάιζα, η. Νοτ. Αλβ.(Αρβαν.) Vajza, κόρη
Βαρβατσούλεμα, το. Διάθεση, εκδήλωση οργασμική. Φρσ. Μπαστ: Ασ' τον αυτόν. Βαρβατσουλεύεται και βαρβατσουλιέται. [Από το λατ. barbatus, που έχει γένια (barba) και δεν είναι μουνουχισμένος (ευνούχος)]
Βαρικός/ο, ο/το. Ο βούρκος, το έλος.
Βεβερίζω, -ξα. Πόνεσα πάρα πολύ.
Βετούλι, το. Βετούλια λέγανε και λένε τα χρονιάρικα κατσίκια (μόνο τα σερνικά;).
Βλάμης, ο. Ο αγαπητός
Βόιδι, το. Το πασίγνωστο ζω, που οι καθωσπρέπει το λένε και το γράφουν: βόδι. Στου Μπάιστα, κι όχι μόνο, σήμαινε και το χαζό. [Από το αρχ. βους, στο ελνστ. υποκορ.(κοροϊδευτικό) βοΐδιον, κι από κει στο μσν. βόιδι(ν)].
Βολά, η. Οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσαν μερικές φορές τη Φράση.: Την, ή και απλά, άλλη βολά = Την άλλη φορά.
Βουζντάκα, η. Κάποιοι λένε ακόμα: βου(ζντ)στάκα, που σου χρειάζεται... Είναι η βοϊδόπουτσα, λένε στο χωριό. Μάλλον πρόκειται για το μσν. "βοϊδόνευρον", με το οποίο φτιάνανε τον καμουτσιέ τους (το μασστήγιο)
Βουτσί, το. Το ξυδοβάρελο.
Βραγιά, η. Ένα διαμορφωμένο τμήμα περιβολιού ή χωραφιού,
Βράσε όρυζα, κι όχι ρύζι, λέγανε στο χωριό και μάλιστα στη πιο λόγια εκδοχή. ΛΚΝ [Λόγ.& gt; ελνστ. όρυζα ανατολ. προέλ].
Βρουχούνι, το. Το καλοθρεμμένο.


                                      Γ

Γαργιάζω, -σε, -ες, -σανε, ρ. Μπ. Φρσ. «τα σκουτιά γαριάσανε». = τα ρούχα λερωθήκανε πολύ.
Γεροντάματα, τα. Τα γεράματα. Φρσ. Μπστ. «Φύλα το για τα γεροντάματά σου».
Γιάτρα, και γιάτρατο, -τον, -την, -τους, -τες, -τα. Για 'τρα, για τήρα (απ' το Μπστ. τηράου), κοίτα. [Από το αρχ. ΤΗΡΌΣ = επιτηρητής, φύλακας, φρουρός, έγινε το ρ. τηρέω]. Δες και "Λεξ. της Αρχαίας Ελλην. Γλώσσης". Ι.ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ.
Γιόμα, το. Το μεσημέρι. Μπστ. φρ. «Ντάλα [τουρκ.dal = σκέτο, γυμνό] κανάλι» [λατιν. canalis = το γνωστό κανάλι] = καταμεσήμερο. [Από το αρχ. γεύω, -ομαι, προέρχεται το γεύμα = γεύση].
Γιουρτί, το. Το κοντό πανωφόρι.
Γκάρος, ο. Το Ενδιάμεσο. Ούτε το ‘να , ούτε τ’ άλλο . Μπστ. Φρσ. «Ούτε ξυλιάς, ούτε ψωμάς». Στο παιχνίδι "ξυλιάς", όταν ήταν γκάρος ξαναριχνόταν το κόκαλο από κλειδώσεις ζώων, όπως γίνεται στο τάβλι με τα ζάρια. (Έχει καμιά σχέση με τη θέση παίχτη γκαρ του Μπάσκετ;)
Γκιούρτα η. Το βαρύ πανωφόρι.
Γκιεσέμι, το. Το κριάρι και το τραϊ, για αναπαραγωγή των ζώων.
Γγιάου, έγγιαξα, -ες. Αγγίζω την πληγή. Φρ. Μ' έγκιαξες. Μη με γγιάξεις. Από το αρχ. εγγίζω (από το: εγγύς)= πλησιάζω.
Γκιόσα, η. Η γίδα.
Γκλίτσα,η. Αλλά και αγκλίτσα από το αρχ. Ελλ. επιθ. Αγκύλος, η.
Γκοργκόσα, η. Η ψείρα, αλλά και βρισιά.
Γκοριτσά, η. Τοπωνύμιο του χωριού. Φρ. - Που πάς; - Στηγκοριτσιά. (στην Κοριτσιά).[Από το αλβαν. (goritse). Δες: 1. Κ. Ηλιόπουλου «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ» σελ. 176] και 2. Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ. 266. [Αλβαν. Gorrίc/ë, -a, -a, -at, [η]. (βοτ). η γκοριτσά, η αγριαχλαδιά.]
Γκορτσασούλι, το. Τοπωνύμιο
Γκούριζες, οι. Αλβ. gyriSk/e, -a, -a, at[η]. Το χαλίκι, η πετρούλα. Gurίsht/e, -a, -at, (η), ο λιθότοπος. (Κ. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό, σελ. 275).
Γολίνι, το. Η σαλιάρα. (;)
Γουλίζω, ρ. Και βέβαια αγνοούσαν την πασίγνωστη δραστηριότητα των ψαράδων οι Μπασταίοι. Στις φράσεις: Γούλισε το χωράφι, ή όλο γουλίζει αυτή κολαργιά (=το κάτω μέρος του χωραφιού), εννοούσαν πως το χωράφι κατακλύστηκε από φερτές ύλες.
Γραπώνω, ρ. Πιάνω για τα καλά. [Ιταλ. Grappa = έλασμα, που κρατάει ενωμένα αρχιτεκτονικά τμήματα]. [Αλβ. Grabί, -a, [η]. η αρπαγή, η λεηλασία. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ. 266)]. Μάλλον αλβανικό παρά ιταλικό. Μπστ. Φρ. «Το παρασάνταλο, που λες, αφού το γράπωσε το μαύρο, το (ζ)γάτζωσε για τα καλά και αρχίνισε να(ν)το γρουστουκιάζει στο σακί.»
Γωνιά, η. Όχι η γνωστή γωνία, αλλά η εστία. Τετράγωνος χώρος 1χ1 τμ., όπου έκαιγε η φωτιά.

                                     Δ

Δαύτος, -η, -ο. (Από το: Αυτός εδώ). Μπστ. φρσ. «Άσεμε με δαύτονε, ... με δαύτηνε, ή άψεμε μ’ αυτόνε ή μαυτήνε». Άφησέ με μ’ αυτόν εδώ ...
Διακονιά, η. Οι ζητιάνοι.
Διακονιάρης, -α. και διακονιαραίοι.
Διάτανος, ο. Στη φρσ. "Α, στο διάτανο", αντί του "άει στο διάβολο", που θεωρείτο αμαρτωλή έκφραση και όποιοι διολόστερναν, έπρεπε να ξομολογηθούν!
Διχάζω, ρ. Δεν ξεχωρίζω, δε βλέπω καλά. Μπ. Φράση: "Δε διχάζω/ –ει (ο, η, το) μαύρος (-η, -ο).
Δριμόνι, το. Το κόσκινο, το αργιολόι.
Δρωτσίλα, η. Η φουσκάλα απ’ τον ιδρώτα.


                                     Ε

Εδεπά, επίρ. Τόπου. Εδώ ακριβώς. Μπστ. φρσ. «Μ’ αφήνεις εδεπά;»
Εδεκεί, και εδεκείλια, επίρ. τόπου = ακριβώς εκεί. Μπστ. Φρσ. «Άφτο εδεκεί ή εδεκείλια».
Έντογια, αλλά και έντιτο. Νάτο, δες το, το βλέπεις, τήρα το.
ερμαδιακό, -ή, -ό. Το ρημαδιό, το έρημο.
Έρμος, -η, -ο. Ο έρημος.
Ετώρα, επιρ. χρον. Αυτή τη στιγμή. Μπστ. φρ. «-Πάει πολλή ώρα που πέρασε; - Ετώρα δα.» αλλά και:Ετώωρα, επιρ. χρον. Εδώ και πολλή ώρα ή καιρό.
Εφτούνος, -η, -ο. Κάτι ανάμεσα στο: αυτός, η, ό και εκείνος, η, ο. Αντί του: εκείνος, η, ο ή αυτός, -ή, -ό.
Έxα,(η; το;) μάλλον το β'. Μπστ. φρσ.: " Αυτό τ' αρνί (κατσίκι κλπ) είναι σοϊλίτικο και θαντο κρατήσω για έχα". = Για αναπαραγωγή(;), για λογαριασμό μου(;).

                                      Ζ

Ζαγάρι, το. Το παλιόσκυλο. [αλβ. zagár, -i, -ët,[o] = κυνηγόσκυλο και (μεταφ.) τιποτένιος].
Ζαλιά , η. Στα Μπστ.: Το φόρτωμα (αρχ. φόρτος) ξύλων στη γυναικεία πλάτη. Χρησιμοποιείται και το ρ. ζαλώνομαι κι όχι το ζαλώνω. [Το ΛΚΝ σελ. 556 γράφει: σλαβ.(;)]. Στο αλβ. λεξικό υπάρχει λέξη: zalí, -a, [η]. Η ζαλάδα, η σκοτοδινη. μετην έννοια αυτή έχουμε το αρχ/ελ. σάλος, ο.]. Μάλλον άσχετα εννοιλογικά όλα αυτά με τη ζαλιά!
Ζάφτι, το. Στη φρσ.: "Τον (σπάνια: την) έκανε ζάφτη". Τον έβαλε κάτων, τον νήκησε. [Απ' το τουρκ. zapt].
Ζβάρνα, η και ρ. -άου. Η σβάρνα Μπστ. φρσ. "Δανείστηκα τη ζβάρνα και ζβάρνισα το χωράφι./ Το ζβάρναγε, το μαύρο, από το πόδι./ Το (μ)πήρε ζβάρνα. Τα ..., Τη(μ)..., τους ..., τα ... Στο ΛΚΝ σελ.1198 : []
Ζγάρτσα , η. Η βρωμιά στα ρούχα. Μπ.φρ "Πήγε η ζγάτσα γόνα"
Ζγατζώνω . Το παρασάνταλο,το κουτούπωσε , και αφού το γράπωσε , το ζγάτζωσε
Ζγουρδιάσανε τα λάχανα , θα ζγουρδιάσει το φαΐ και δε θα μασιέται με τίποτα …- κοίτα μη ζγουρδιάσουνε τα λάχανα . Αλλού το λένε λαρδιάσουνε ..
Ζγουφτός, - ή, -ό. Ζγουφτω.
Ζέπα, η. Όνομα γίδας.
Ζερζεβούλης , κερατάς , οξαποδώ
Ζιλές, ο. Η μάλλινη μπλούζα.
Ζιζί, το. Μη, θα σε φάει το ζιζί (συμήθως σε νήπια).
Ζόρη, η και Ζόρι, το, και ρήμα Ζορίζω. Πίεση, -ζω. Στο ΜΛΟ της ΕΓ του Δημητράκου, σελ. 3200: Ζόρη(η) είναι λέξη περσική. ί Τουρκ. Zor -i
Ζουλάπι, το = άγρι ζώο //υποτιμ. χαραχτηρισός προσώπου// βλαχικα: zulap(e)-ι αλβαν. Zullapi
ζούρλια, η. Και
ζουρλός ,ο. Ο μουρλός , κουζουλός , ή , ό ...


                                     Η
Αυτό το γράμμα το αγνοούσαν οι Μπασταίοι. Μοιάζει λίγο με το πιργιόνι (πριόνι), που σκίζανε τις τάβλες. Αυτοί όμως ούτε αυτό το ξέρανε. Μια γνώση σαν κι αυτή δε βοηθούσε καθόλου στο σκίσιμο της τάβλας, ούτε στο κουβάλημα. Σε τίποτα...



                                     Θ

Θεογιόφυρο, το.
Θηκιάζω
, ρ. Πατικώνω. Από το: Θήκη (τίθημι). Μπ. φρ. «Το θήκιασα το σακί». Έβαλα πιέζοντας πράγματα στο σακί.

                                       Ι

Ιδιοχτήτης, ο
Ινάτι, το. Το πείσμα. Μπ.φρ. "Ας ειν’ γκαλά το ινάτι σου".
Ισιώματα, τα. Μπ. τοποθεσία.

                                      K

Κάβ, ηχομ. Μπστ. φρσ. "Κάααβ. Μια στο κεφάλι και πάρ' τον κάτου".
Καζάντι, το. Η προκοπή. [από το Τουρκ. kazand -ι].
Κάθοικο, το. Οι Μπασταίοι τη χρησ. μόνο για τα οικιακά σκεύη.
Καθοίκι, το. Ο τιποτένιος/α. Μπαστ. φρσ.:"μπίτι καθοίκι, σου λέου"
Κακά, τα, αλλά και κάκα. Τα παιδικά σκατά. [αρχ.κάκκη (Αριστιφ.Ειρ. 162) = ανθρ. κόπρος, τα "κακά". Στα Ιτλ. cacca και στα Αλβ. kak/e, -a, [η]. Τα περιτώματα, η κόπρος.
Κακάβι, το. Από το αρχ. Κακκάβη, η. Ο χάλκινος λέβης, το λεβέτι. Καζάνι λέγανε στο χωριό το σύστημα εξαγωγής από τα τσίπουρα τουομώνυμου ποτού.
Καλτσούνι, -ια. Συνηθέστερα: Σκλτσούνι, -α. Οι κάλτσες. Ιταλ. Calza = η κάλτσα.
Καλυβάκι , το. Μπ. Πρόκειται για το Καλυμπάκι, Λουτρό
Καλυβιζα,
Κάμποσος, οι, & καμπόσοι , κάμποσο καμπόσα , αλλά και μας κάνει τονγκαπόσο , την κάποια
Καπότα , η. Η κάπα
Καραβώνω. Καράβωσε, εκαράβωσε, ...-σανε, θα καραβώσει , ...-ουνε τ’ αυλάκι, το ρέμα, καμμια γράνα,
Κασιάρι, το
Καταμπυρισμένος;... Μαύρος κι αραγνος και καταμπυρισμένος ... βασανισμένος
Κατασάρα, η. από το: σάρωθρον , ...ώνω. Ό,τι απόμεινε στο βαγένι, λιμπί, λαϊνα, μπουκάλι.
Κείντο, αντί εκείνο εκεί(;). Δε μου φέρνεις κείντο ανάχρειο; με τσιβούριασε =(πέθανε)κείντος ο ...
Κεντρώματα, τα.
Κερατάς , ο οξαποδώ
Κιάφα, η. αλβ qafa = σ(Ζ)έρκος, αλβ, zverkou,
Κίχ, το . Ούτε κιχ δεν έβγαλε . Τσιμουδιά , σου λεόυ . Ούτε άχνα
Κόκα, η. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού. Μια , που λές , στηγκόκα και πάρτον κάτου.
Κοντορόπι, το. Στη γωνία, κι όχι στη γωνιά, το κοντορόπι και το κοντοκούρι περιμένει, και που το πονεί και που τον σφάζει.
Κόριζα , η . Έβγαλε(α) την κόριζα
Κόσα, η. Σλαβ. Kos-α(;) παραβ.βουλγ.kosa
Kοτάς, (ρ. Κοτάου και -αω) = τολμάου και -ώ. Αν κοτάς ..., αλλά και κοτάς, ο =αυτός που ασχολείται με τις κότες. Ομηρικό: κότος,ο. Οργή, θυμός, κακία, αλλά και ρ. κοτέω, -ομαι
Kομποκούκια,η. Τοποθεσία
Κουμούτσι, το. Μεγάλο κομμάτι.
Κουρβούλλα, -λο, η, το. Yποκορ. του λατ. curvus, -a, -um= κυρτός
Κουρεµπάτσα, ρουκέλα,η. Κούρεμα.
Κουρούπα, η. Στάμνα. Μπ.φρ. ...για ξύδι, αλλά και: "Κουρούπα ειντο κεφάλι σου>.
κουρούνα η. Μπ.φρ. "Κουρόνα η μαύρη".
Κούσιαλο, το. Σε πλήρη αδυναμία. Μπ.φρ. "Α, ρε Κούσιαλο αποδώ, μπάχαλο"
Κουτουπώνω. Μπ.φρ."Το κουτούπωσε και αφού το γράπωσε, το ζγάτζωσε που λές και το σακάτεψε στο ξύλο."
Κουτουρού, (χωρίς περίσκεψη). 'Το να κάνεις κάτι στα κουτουρού ή μπιτ στα κ..."
Κούτρα, η. =Η κεφαλή. Κυριολεχτικά: η λειτουργία του εγκεφάλου, του μυαλού. Φράση - Δεγκόβη η κούτρα σου.
Κόφτρα, η από το κόβω - κόπτω

                                       Λ

Λάβριο, το . Σε αφθονια
Λακκίδiζες οι, Μπ
Λακάου. Φεύγω τρέχοντας. Φρ. Λάκα, -κάτε ρε, για θα σας γραπώσει και θα σας κάνει λιώμα στο ξύλο. Λακάμε, -τε. Λάκισα, -ε ... λακίσαμε, -νε.
Λάλα. Γράφει ο Ηλιόπουλος:''Λάλα'ς του, χωρίον του τ.δ. Ολυμπίων (αλβ., τρία χωριά)'' (Κ. Ηλιόπουλου «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ» σελ. 177). Στο ΑλβανοΕλληνικό λεξικό του Κων. Γ. Παπαφίλη, εκδόσεις Μ. Σιδέρη και στη σελ.439 υπάρχει η λέξη «lal/ë, -a, - ë, - ët, [η]. ο μεγαλύτερος αδελφός, ο πατέρας, ο κουνιάδος». Στο χωριό μας πολλοί λέγανε τον αδερφό τους: λάλα. Για πατέρα και κουνιάδο δεν ακούστηκε. Τον πατέρα τα περισσότερα παιδιά τον λέγανε: μπαμπάκη κι όχι μπαμπάκα ...
Λακριντί, το. Η επίμονη για γκρίνια. Το πάει λακριντί. Δεν αντέχω πια.
Λανταβό, το. Το μισοκούντελο, παράλυτο. Το παρτσακλό , άλλοι λένε , το πετσεκλό. Το συφοριασμένο.
Λάου – Λάου , το . κουβέντες , το πάει λάου-λάου , λακριντί , το πας φυρί-φυρί για μ ά γ κ α ν α , είσαι λίμα για μάγκανα
Λάρμα, το. Η άδεια κοιλιά του νηστικού ζώου. Λ... μπιτ η γίδα, η προβατίνα, το βόιδι, τα πράματα, το κοπάδι, από το μπαγλάρωμα ή τούμπανο από το πολύ φαϊ … η γίδα στο στριγερό στου Γκορτσασούλι κι … ο μελισοκόμος … με το Φώντα
Λεβέτι , το
Λιοφαδιζες, οι. Τοποθεσία.
Λοϊδα, η. Μια μικρή τούφα μακριών μαλιών από την πλέξούδα.
λουλάς, ο. Άρτσι μ(π)ούρτσι και λουλάς ? Κάποιοι το ‘λεγαν αλλιώς . Άρτσι βούρτσι και λουλάς. = μπερδεμένα.
Λούρμπας, ο. Ο αχόρταγος. Είσαι μεγάλος λούρμπας και φαταούλας.
Λουζντρούκι, το. Τα χοντρα πόδια, ξύλα κλπ.

                                      Μ

Μάγγανα, τα. Οι τσακωμοί και οι φασαρίες. "Το πάει λάου-λάου, το πας φυρί-φυρί για μάγκανα, είσαι λίμα για μάγκανα", οι τσακωμοί (με λόγια). Η γκρίνια; ο καυγάς . “Είσαι λίμα για μάγγανα”.
Μαδέρι , το
Μπάστα. Το παλιό όνομα του χωριού Κρυονέρι.
Μαζαράκι, το. Θέση εν Μπάστα. αλλά και Μαζρέκου
Μάκινα, η. Μηχανή καθαρισμού σταφίδας. Ιτ. Macchina, η. =μηχανή.
Μαντύα , η. Φέρτη ή φέρε μου τη μαντύα.
Μάρμαρο, το , Πετράλωνα τα, Πλάκα, Σκάσματα..
ματσαραγκιές ... πονηριές , λαδιές …
Ματσούκι, το. Ιταλ. mazza, = ματσούκι, ραβδί, μπαστούνι και mazzata, η μπαστουνιά, το χτύπημα.
Μερέλης, ο. Αυθεντικός διάλογος του Σουμάνη μς το Ρούλη: "Μερέλη! ε, μερέλη. Μπίτι μερέλης είσαι; -Ρε χαϊβάνι, εγώ είμαι μερέλης; Μερελομέρελος είμαι! -Μερελομέρελος; Που το 'βρε πάλι η κούτρα σου; -Εγώ , ρε μαύρε μου έχω νιονιό στο τσερβέλο μου. Έχω μια σταλιά νιονιό στηγκούτρα μου. Δεν έχω σκατζίλες σαν το δικό σου! - Άχερα με άγανο έχεις. -Άχερα με άγανο έχω και σε κάνω να έχεις ξυζμάρα. Εσύ έχεις σκατζίλες και βρωμοκοπάνε. Κοίτα την αγραπηδιά στου Κούμισι ... κρατάει τη μύτη της. Ναι ρέ, και κατεβάζει και μύξες!" ... και σκάνε στα γέλια!
Μισοκούντελο, το. Το Λανταβό, μισοκούντελο, παράλυτο, παρτσακλό, άλλοι λένε: το πετσεκλό.
Μισίρι, το.; =πολύ καλό. Ειναι πολύ καλο; το μαγκούφι ή το ρημάδι το χωράφι ..., το λειβάδι, μισίρι είναι. Εχει πολύ χορτάρι
Μιτζούλι, το. Η κρούστα που δημιουργείται στην πληγή. Η χρήση της λ. μόνο στο χωριό;
Μονε-μόνε, επιρρ. ίσα-ίσα, μόλις.
μουρμούρα, η. Μπ.φρ. "τι μουρμουράς".
Μούτζα, η. Το φάσκελο, η γνωστή «ευλογία» της ανοιχτής παλάμης. Περσ. muzh –α.
Μουτζούρα, η. Περσ. muzh –α , (το μουτζούρωμα του προσώπου του διασυρόμενου με την παλάμη βουτιγμένη στην καπινιά.
Μπάλα, η. Γεμάτη η κοιλιά. Έγινε μπάλα η γήδα.
Μπάρδα –barδa, αλβ. όνομα μικρό. Το άσπρο, το λευκό.
Μπασέττο, το. Το ξύλινο μέτρο. Φρ. Μπ. "φέρε μου το μπασέτο. Στα ιταλ. basetta (θ.), η φαβορίτα και base (θ), η βάση.
Μπάστα, το (χωριό) Μπάστα, αλλά και του Μπάιστα. Γράφει ο Ηλιόπουλος: ["Μπάστα, του, χωρίον του τ.δ. Ωλένης, αλβανόφωνον παλαιότερον. Τούτο αναφέρεται υπό του Alberghetti υπό τον τύπον Basta (Εδώ σε υποσημείωση με αριθμό 8 αναφέρει: P i e r' A n t o n i o P a s i f i c o, ενθ' ανωτ. σ. 124), υπό τον αυτόν δε τύπον απαντά και εν τη Απογραφή του 1700 του Grimani]. ( Δες: Κ. Ηλιόπουλου «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ» σελ. 142). Στο ΑλβανοΕλληνικό λεξικό του Κ. Γ. Παπαφίλη, εκδόσεις Μ. Σιδέρη και στη σελ. 64 υπάρχει η λέξη bast, -i, -e, -et, [o]. Το στοίχημα. Οι Αρβανίτες και μορφωμένοι Αλβανοί που ρωτήθηκαν, αγνοούν πλήρως τη λέξη basta ή mpasta. Στο ιταλικό λεξικό υπαρχει το bastare [μπαστάρε](ρ.), που σημαίνει 1: αρκώ, επαρκώ,φτάνω, 2: διαρκώ, αντέχω, κρατώ, 3(απροσ.): αρκεί, φτάνει. Υπάρχουν και τα bastardo (το μπάσταρδο), basto (το σαμάρι), bastone(το μπαστούνι), bastonare (ξυλοφορτώνω). Δες και ιταλ/ελλ. λεξικά στο σχετικό λήμα.
Μπατατούκα, η . Η βαριά κάπα . Το βαρύ παλτό
Μπατίρης, ο. Ο άφραγκος. Αλλά και: μπατήράκι Ε;
Μπεκιάρης, ο. Οποιος ζει μόνος. Καλώς τον μπεκιάρη μου.
Μπάχαλο, έγινε μπάχαλο
Μπεντιαβά. Για το τίποτα, τζιάμπα, Μπ.φρ. "Τζιάμπα και βερεσιέ"
Μπερντές, ο.
Μπεσίκι, το
Μποβίτης, ο. η φασκιά.
Μπόλκα, η . Το σακάκι
Μπονόρα – μπονόρα , η . Πρωί – πρωί . Πολύ πρωί .
Μπόρα, η. ιταλ. bora, η =το ξεροβόρι
Μποστάνι, το. Αλβ. bostán, -i, -e, -et, [o]. Το μποστάνι, αλλά και το πεπόνι.
Μπούκα, η. ιταλ. buca
Μπούλα, η. Το σκιάχτρο. Από το Ιταλ. Buio, = σκοτάδι, ζόφος, άγνοια ή bullo = κουτσαβάκι.
Μπούλμπερη, µπούλβερη, αλλά και Μπούζμπερη, η. Το αποτέλεσμα φοβερής φωτιάς. Έγινε νάά …, σου λέου. Έγινε στάχτη. Ιταλ.
- Μπούλμπερι ή μπουζμπερι = τέλεια καταστροφή , κυρίως από φωτιά. έγιναν σκόνη . Δε σχετίζεται με τη γνωστή λέσχη διανοουμένων Μπλούμσμπερι, με μέλη της τους Κέινς, Μπ. Ράσελ, Β. Γούλφ κ.ά., που πίστευαν πως οι άνθρωποι αλλάζουν τα πράγματα και δεν είναι δημιουργήματα του περιβάλλοντος.
Μπούρτσι. Μπ.φρ. "Άρτσι μπούρτσι και λουλάς". Κάποιοι το ‘λεγαν αλλιώς: Άρτσι βούρτσι και λουλάς.
Μούρτσι. Μπ.φρ. "Μούρτσι-μούρτσι θα ‘ρθεις, έτσι; -Ντάξει, θα ‘ρθω μουρτσούλια - μουρτσούλια =(το λυκαυγές ).
Μπονόρα . Μπ.φρ. "Μπονόρα μπονόρα, βλέπω"
Μυγιάζουμαι. Όποιος έχει μύγα μυγιάζεται, μύγα σε τσίμπισε;

                                 Ν

Νάκα, η. Εργαλείο μεταφοράς των νηπίων, κύρια στα χωράφια. Φτιαχνόταν με δύο ίσια ξύλα ενός μέτρου, που ενώνονταν με ένα ύφασμα (σεντόνι ή κουβέρτα), και στη λακούβα ανάμεσά τους τοποθετούσαν το μωρό. Δεν βρήκαμε τη λέξη σε κάποιο λεξικό.
Νιανιά, τα. Το λιωμένο φα'ί' του μωρού. Αλλά και με αηδιστικά χαραχτηριστικά: το φα'ί', έγινε νιανιά, λιώμα σου λέου, μπιτ λιάτσα, σαν τσέρλα= τα απορρίματα μωρού, αλλά και από το κόψιμο (στομαχική ανωμαλία) μεγάλου.
Νιάνιαρο
, το. Άιντε αποδώ, ρε νιάνιαρο. [βεν. gnagnara], (σελ. 911 στο Λ της ΝΕ).
Νιονιό,το. Το μυαλό. Που νιονιό;Το νινιό σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος
Νιτερέσιο, το. Μη σενεμπαίνεις σε ξένα νιτερέσια ή αυτό είναι δικό σας ή δικό μας νιτερέσιο. [ιντ-: παλ. ιταλ. Interesso. νιτ-:αντιμεταθ.[in>ni] για διάσπ. Του συμφ. Συμπλ.](σελ. 913 στο Λ της ΝΕ) Νιτερέσο, α
Νταμάχι, το. Τουρκ. Tamah, tamahkar =πλεονέκτης, πλεονεξία. Έκανες νταμάχι, λέγανε σε κάποιον οι Μπασταίοι, που παράφαγε με βουλημία και μετά παραπονιόταν για βαρυστομαχιά.
Νταντά. στη Μπ.φρ. "θα σε κάνω νταντά". Το μωρουδίστικο ξύλο.
Ντάρδα Μπάρδα, η. Τοποθεσία στο χωριό. Darδa Αλβ. αχλαδιά Dardh/e, -a, -a, -at, [η]. [βοτ]. Η αχλαδιά, το αχλάδι. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ.125). Barda, (e), [η]. το ασπράδι. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ.62) . Dardabarda = η Ασπροαχλαδιά! Η ΝταρδαΜπάρδα λέγεται και Παλιόστανη. Αυτό κάτι πρέπει να υπόδηλώνει. Πρέπει να υπήρχε κάποια «διάσημη» Ασπροαχλαδιά, σαν την πασίγνωστη τον 20ό αιώνα, Γκουγκουλώρα και κάποια παλιά στάνη. Ίσως και η πρώτη του χωριού.
Ντάρντιζα, η. το χωριό Αχλαδινή. Αλβ. Dardhsht/e, -a, -a, -at,[η]. Η άγρια αχλαδιά, η αγριοαχλαδιά, η γκοριτσιά. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ.125).
Ντεφεκιές, ο. Το ορυκτό πέτρωμα κιμωλία, με την οποία έγραφαν στον πίνακα του σχολείου, αλλά στο τραπέζι του καφενείου τα καπίκια και ... της πρέφας, μέχρι και τη 10ετία το '50.
Ντηριέμαι ... Ντρέπουμαι Ντηριέμαι...
Ντότι. αλβ. Dot. - Δεντο κάνεις ντότι. Δεν το μπορεί, δεν το δύνεσαι. Έλα τώρα, που δε ...
Ντουλαμάς ή φουστανέλα...; Ένδυμα των ευζώνων σε αντιπαράθεση με τους ''ψαλίδες'', όπως λέγανε τους ''φραγκοφορεμένους'' στρατιώτες.
Ντριτσίνα, η. Το γρήγορο τρέξιμο, σαν του γρήγορου αλόγου. Δε βρέθηκε σε λεξικά.

                                   Ξ

Ξάργιο, το. Το ξέφωτο, αποψιλωμένος, καθαρός τόπος μέσα σε δάσος. - Βγήκαμε στο ξάριο και ... -Α, εκει πούχει την ανοιχτωσιά.
Ξαγγλάου , -σου.
Ξεγκοφιάστηκα ... θα ξε...
ξε(ι)ζώνωτος, ο.
Ξελαιμιασμένος και ξελαιμιάρης (-η, -ο)
Ξεμαλιασμένος, η, ο ), Ξεμαλιάρης (α, ρικο), και ...ρικο,
Ξεμαρλούκωτος γυρνάει δώθε –‘κείθε και παραμιλάει , ούλια τη μέρα και τη νύχτα.
ξεσπαλιάστηκα ... θα ξε... ιταλ.spalla
ξεχαρβαλώνω. -θηκε. χαλάω, διαλύω, κάνω ερείπιο, χάρβαλο. Φρσ. το ξεχαρβαλωσες, τόκανες χάρβαλο. Χαλασμένο εντελώς. Έγινε, θα γίνει ... Αρχ. χαλαβρός, τύπος παραλλ. του χαλαρός.
Ξομαχιά, = ο εκτός μάχης. Κάποιος λέει ότι είναι η εξοχή. Μάλλον λάθος κάνει.
Ξυζμάρα, ξυέμαι, ξυόμαστε ... Η ξυζμάρα πήγε γόνα …Σας έπιασε ξυζμάρα και ξυόσαστε ούλοι μαζί; καλό και τούτο.
Μέπιασε μια ξυζμάρα στο πόδι και το ξεγάλισα. Γιάτρατο πως έγινε. Ξυόμουνα μέχρι που ξεγαλίστηκα. -Γιατί ξέρεις εσύ … πετιέται ο … εξυπνάκιας.

                                     Ο

Οοο, έκπληξη, αλλά και κλάμα ... ό ξ η και ξερό, λέγανε, στα παιδιά που κλαίγανε και δε σταματάγανε.
Όγιος κι όγιος, -α, -ο. Στη φράση: δεν είναι ή είμαι, Όγιος κι όγιος Όποιος κι όποιος.
Οϊντίζω, = ταιριάζω. Δεν οϊντίζουμε, -ουν τα γνώτα μας/τους = δεν ταιριάζουμε, -νε τα γνώτα μας/τους. Από το οντάς = δωμάτιο, τουρκ, onta -s. Αλλού χρησιμοποιείται η λέξη τακίμι, τακιμιάζω, τουρκ. takim -ι.
Οξαποδώ, ο. Ο έξω από εδώ, ο διάβολος.
Όρμπος και κατσιφάρα. Η φοβερή καταστροφή.

                                    Π

Παντύχαινα ... Το τυχαίο απάντημα
Παρασάνταλο, το. Το παρασάνδαλο, το ανάποδο. Το παρασάνδαλο, που λες, γράπωσε το τσιουπί, το ζγάτζωσε με τις χερούκλες του και που το πονεί και που το σφάζει το μαύρο.
Παρλάντι, το. Το πεντακάθαρο. Το έκανε παρλάντι.
Παρτσακλό και Περτσεκλό, το.
Πατ, Πατ, πετάχτηκε που λες, και χάθηκε πίσω απ' το ύψωμα.
Παταλιά, η. Ξάπλα ...
Πατίκωμα, το και σαν παλιάλογο …
περλεκάτσι, ολόγυμνος
Πηργιόνι , το
Πιπίτσιασα, -ες, -ε, -με, -τε, -σαν(ε). Δίψασα, -με πάρα πολύ.
Πιτσινάρι , το. Η βίαιη ροή του αίματος, κυρίως και καταχριστικά – ποιητικά, του νερού, του κρασιού και γενικά των υγρών.
Πόμπολο ,το ή βελονάκι. Δώμου το ... να κεντήσω ... Οι βελόνες (δύο πάντα) για το πλέξιμο ... ιταλ.pomolo. Αλλά και το ζεμπερέκι.
Πλαστήρι , το
Πουμπώνω, στις φράσεις: μπωω, μπω, πούμπωσ' ο τόπος (= γεμισ' ο τόπος καπνό) και: τημπούμπωσες βλέπω (τη φωτιά).
Πουντιάου , πούντισα ο μαύρος
Πούντα , η
Πουτσαράς, ο. Μπ.φρ. - Ε , ρε πουτσαρά …, αλλά και η πουτσαρού.

                                    Ρ

Ριμάδι και ριμαδιό, το. Από το εριμος.
Ρουμπελιά, η. - Πάγαινε το αίμα ρουμπελιά. -Κόντεψε να μάς πινίξει το νερό. Πάγαινε ρουμπελιά. Να, έφτανε μέχρι το λαιμό. Ένα τι, και πάει κείνη δουλεία ... -Μια, που λες στηγκόκα κι άλλη στον ακούτραφα(ο), και νάα το αίμα. Ρουμπελιά. Πιτσινάρι σου λέω, πιτσινάρι . Δε μποράγαμε ναντο στομπώσουμε με τίποτα. -Τ’ απόλυκα που λες (το νερό) και άει καρτέραρτο. Δε στομπωνότανε με τίποτα. Άµπουλας, παιδάκι μου. Άμπουλας.
Ρουπώνω. = Χορταίνω. -Ρούπωσες; - Ρούπωσα. (Δε βρέθηκε λήμα στα υπ’ όψη Λ. )
Ρουτζώνω. -Ρουτζωσες και στρούτζωσες. = έκανες γκριματσες κλαματος, παραπονιάρικο, χώλιασε το ... κλαυθμύρισμα, ... (Δεν βρέθηκε λέξη )
Ρούφουλας, ο. Η ρουφήχτρα …

                                  Σ

Σάρωμα, το
σαλάχαου, ρ. Μπ.φρ. "Α, σαλάχα τα πράματα (Διώχτα να πάνε πέρα), σαλάχα του τη λαγούσια, τη μαγκούρα",
Σέκιο , το. Μπόλικο.
Σιδεργιά , η . Σιερένιο αλέτρι.
Σιλικέτιξα ... το πέταξα στα μούτρα ...
Σιωμάδες, οι. Παιχνίδι, που αλλού το λένε αμάδες (επίπεδες πέτρες με τις οποίες παζίταν το παιχνίδι)
Σκάλτσα, η. Η κάλτσα.
σκαλτσούνι, -ια, αλλά και σπανιότερα Καλτσούνι, -ια, το, τα. =Οι κάλτσες. Στα Ιtaλ. Scalzo, επιθ.=ξυπόλιτος. Scalzare, ενεργ. ξυπολάω, μεσ. ή παθ. ξυπολιέμαι. Calza, (θυλ.) = η κάλτσα, αλλά το ρ. Calzare= φοράου τις κάλτσες, τα παπούτσια, τα γάντια.
Σκαπάνι, το. Το πήγε σκαπάνι = τόφαγε με βουλημία, με όρεξη.
Σκαμπάζω, δε σκαμπάζω= δεν πέρνω τα γράμματα.
Σκαρτσοπαίζω. Εσύ σκαρτσοπαίζεις και τα ρίνεις σε μένα ... (σκαρτος)
Σκαρτσοπαιξιά, η.
Σκάφη, η
Σκαφίδι
, το.
Σκλιμπότσα, η. Οι σάπιοι κορμοί πεύκων, κύρια. Μπ -Λες σκλιμπότσα και γιομίζει το στόμα σου. Το ’υχαριστιέσαι. 'Όχι σανγκάτι λεξούλες αχαμνές μπίτι - Χουχουλάς τα χέργια απ' το κ ρ ά γ κ ω μ α ή από συνήθειο; -'Αψεμε και συ ... Έβγα παρέξω που χαβδάλωσες τη φωτιά και μας κάνεις τονγκαμπόσο. Για ξεμύτα λίγο και τα λέμε. Ούτε χουχουλητό δε θα μπορείς να κάμεις. Αυτό δεν είναι κρύο, είναι σκέτο φαρμάκι. Κουνήσου λίγο να πάρω κι ‘εγώ μια πύρα.- Δε λες κι ευχαριστώ που σ' άναψα και τη φωτιά. Θες να με βγάλεις κι όξω. Δεν είμαστε καλά μου φαίνεται!- Σύμπα λίγο τη φωτιά, σύμπα τη γιαθασβύση η ερμαδιακή. Δεντη γλέπεις που καπινίζει; Τ σ ί μ π λ ι σ α ο μαύρος. Μου βγήκανε τα μάτια. Κοντεύουν να μου βγούνε , και τα τρίβει με την κορυφή του δείκτη του καρπού του χεργιού του ...
- Έμ ( ή αμ) πως να μηνγκαπινίζει; Έβαλες ούλες τις σ κ λ ι μ π ό τ σ ε ς απάνου. Δενάφηνες και καμιά γιατουχρόνου;- Δενέβαλα μόνο σκλιμπότσες , έβαλα και δαδί .
- Γιαυτό έγινες σα διάβολος από τηνγκαπινιά. Γ ι ά τ ρ α τ ο ρε πως έγινε απ'τοκατράμι. Τήρα τη μύτη και τα χείλα. Σ κ ι ά ζ α ρ ο ς με τα ούλα του. Άμα τονιδείς άξαφνα θαντα κακαρώσεις απ' την τρομάρα σου. Τήρατο τηρατο ...
Σκολιάμπρι, το. Χόρτο με αγγάθια. Στα σκολιάμπρια (ο αρχ. Σκόλυμος, όπου το μ γίνεται μπρ) το μόνο που αξίζει είναι τα βλαστάρια. Τα ξεφλουδάγαμε και τα τρώγαμε. Ήταν μέλι, πεινασμένα, που είμαστε. Κάποτε τρουπήθηκα κι άρχισα να κλέου, λέει η ...
Σκούφια, η.
Σκουφούνι, το. Κάτι σαν μικρή σκούφια.
Σκουτιά, τα. Τα υφασμάτινα ρούχα. Τα δερμάτινα τα λέγανε πέτσινα. Λέγανε κωλοπετσωμένο για κάποιον που θεωρούσανε έξυπνο. Αλλά και τετραπέραντο, με ν.
Σορολόπ, το. Στη φράση:Το ‘ριξε στο σορολόπ, στ’ αδιάφορο. Πρόκειται για το γνωστό σορολόπ, στα τουρκ. ηχομιμ. sorolop ),
Σούγλα, η, (μεγάλη) και το Σουγλί, (μικρό). Έτσι λεγόταν η πασίγνωστη σούβλα και το σουβλί. Για τις πράξεις με τα σουγλιά χρησιμοποιούσαν το ρήμα: Σουγλίζω, (σουβλίζω).
Σουγλιά, η και οι σουγλιές. Έντονοι πόνοι, που περνούν γρήγορα. Φράση: Έχω κάτι σουγλιές στημπλάτη...
Σουφρώνω = μαζεύω. Φρ: τα σούφρωσες γλέπω, από το Σουφραζέτες [από τη λέξη suffrage (προφ. σάφριτζ), που σημαίνει επιδοκιμασία, αλλά και το δικαίωμα ψήφου].
Σπαρτσαράου. Σπαρτσαράει στα κλάιματα, ... στα γέλια. Το κατσίκι (το ζω) σπαρτσάραγε από τομπόνο ή σαν τό 'σφαξε το μαύρο κι άραγνο και τα αίματα παγαίνανε ρουμπελιά.
Σταχτοφούρνι, το.
Στομπώνω. Στόμπωσ' τα και στόμπω' τα, τα στόμπωσε τα πρόβατα, άειντε ναντα στομπώσεις, στόμπωτο, το στόμπωσες το νερό; Το στόμπωσα.
Στρουτζώνω. Θυμώνω .... Ρουτζωσες και στρούτζωσες, κλαίω από θυμό που δεν μπορώ να ...
Στριγερό, το. Το στρογγυλό ξύλινο δοκάρι στη μέση του αλωνιού.
συνεμπαίνω. Στη φράση: τι συνεμπάινεις εσύ = βάνεις τηνουρά σου
Σφοντίλι, το. (

                                   Τ

Ταβάνι, το. Η οροφή. Τουρ. Tavan –ι, αλλά και το λατινικό taban (us) (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ του ινστιτούτου ν/ελλ/κων σπουδών (ιδρυμα Μ. τριανταφυλλίδη).
Τάβλα, ες, η. Οι σανίδες
Ταμάμου, ίσια, ίσια. Τουρκ. Tamam από τα αραβικά
ταραζός, ο. Στον ταραζό του, στην ώρα του
Ταρναρίζω, ρ. Μπστ. φρσ.: " Ταρναριστός/η/ο - ταρναριστός/η/ο έρχεσαι ... τι συμβαίνει; "
Τεμπεσίρι, το . Φέρ’ το τεμπεσίρι να γράψω τους πόντους της σκαρτσοπαιξιάς σου .
Τζανα(μ)πέτης, ο. Ακατάστατος, ιδιότροπος, στραβόξυλο. [Τουρκ. Caenabet από τα Αραβικά]. ΛΚΝ
Τέσσα, η. Σκεύος μεταφοράς φαγητών, διαμέτρου 20-25εκ και 15-20 εκ βάθ., με διαμετρικό πανοχέρουλο.
Τέτζιερης, ο
Τζιερεμές, ο. Θα με ... βάλεις σε φασαρίες
Τζούφιο το άδειο, το άχρηστο, για πέταμαe
Τζύφος. Τίπιτα ... Τζ.. Η υπόθεση
τίγκα, επιρρ. = γεμάτο . στη νοτιοιταλική διαλεκτος, ting
Τορός, ο. Τα ίχνη.[Αλβ.torua, -toroi, toroj, torojt, [o]. Ο τορός, το ίχνος, το αποτύπωμα].
Τορβάς, ο. Αλλά και ντορβας και τουρβας και ντουρβας. Σακούλι, που βάζανε την τροφή των αλόγων. [Τουρκ. torba -ς και στα Αλβ. torb/ë, -a, -at, [η] και torv/ë, -a, -at, [η]. ο τορβάς, το δισάκι, το ταγάρι, το σακούλι]
Τούγκανο, το. Άλλο τούμπανο( αρχ. τύμπανο) κι άλλο τούγκανο(;), λέει ο Φώντας πούφαγε τον αγλέορα κι ήπιε τον άμπακο: Έγινα τούμπανο. Για το κατάξερο ψωμί όμως λέει: Αυτό το ψωμί είναι τούγκανο. Δεν τρώγεται με τίποτα, εξόν και θες να σπάσεις κανα δόντι. Κατάξερο
Τούμπα, η και τούμπουλες, οι.
Τράτος, ο. Ο χωρος - Κάνε τρατο να περάσει ο χριστιανός ... Καντε τράτο βρε
Τς, ηχομιμ. καθώς ξεκολάει η γλώσσα από τον ουρανίσκο, =όχι αλλά και Τς,Τς,Τς, ..., = πόνος
Τσακίδια, τα. Στη φράση: "αιντε μου στα τσακίδια", = ... να τσακιστείς.
Τσιζ, αλλά και Τζιζ. Συνήθως η μάνα στο μωρό της στη νηπ. φράση: Τσιζ. Μη, κάνει ντζιζ = μη, θα καείς. Στο ΛΚΝ σελ.1338, strong>Τζιζ. [ηχομιμ. ή Τουρκ. ciz (λ. Νηπιακή)]
Τούρλα, η. Γιομάτο σε σωρό το κλαρτο. Αλλά και κοφτο: το δικό σου κάρτο τούρλα το δικό μου κοφτό.
Τουρλοκολιάου, ρ. Μπαστ. φρσ.: "Το τ....τ' ανάχρειο. Στραβωμάρα έχεις; Τήρα και λίγο προστα σου. - Εγώ 'χω στραβομάρα ή εσύ δενγκξέρεις τι σου γίνεται ; Δε βλέπεις που είναι σαρδανάπαλο. Βάλτο εσύ να σταθεί ορθό. Προσπαθεί να το βάλει να σταθεί όρθιο, αλλά αυτό μπαπ και κάτου ... - Σα να ‘χεις δίκιο. Είναι ζαβό μπίτι για μπιτ! - Δε στο ’λεγα; Εσύ τα χαβά σου. Αμ και συ στραβόξυλο δεν είσαι; -... Δε βγάνεις τσιμουδιά βλέπω... Ούτε κ ί χ ... (ακίχητα, στον Προμηθέα του Αισχύλου). - Δε σ κ α μ π ά ζ ε ι ς γ ρ ύ ( ... Αισχύνη , επ' αυτών ουδέ γρύ , λέει ο Δημοσθένης ). Κοίτα ένας βλάκας με πατέντα που δεν του κόβει. Ας τον, δεν του κ ό β ε ι , στραβός είσαι ;
Τραγιάσκα, η.
Τράτο, το. Ο χώρος, αλλά και περιθώριο χρόνου. Κάνε μου λίγο τράτο. Ιταλ. Trato = διάστημα, απόσταση. Τρατάρω και Τρατέρνω. = Πάντα για το σπιτικό κέρασμα, φιλέβω. Βεν. Tratar -ω. (Λ της ΝΕΟΕΛ Γ του ΑΠΘ)
Τρικόμπι, το.
τσαμπουνάου, ρ. - Ρε , τι μας = τι μας λες απίστευτα πράγματα (αλλού : τσαμπουνίζεις) απ' το τσαμπούνα = άσκαυλος . Η τσαμπούνα με ένα αυλό , με δύο η γκάιδα = φλογέρα , ο τζουρλάς σε μας , ζουρνάς αλλού)
Τσεβδός
Τσ(ι)ανάκι, το. Πήλινο αγγείο , σαν το βαθύ πιάτο ή την πιατέλα . Αλλά και βρισιά : είσαι συ ένα τσανάκι ή Μια τσανάκα … ή είσαι συ ένας τσανακογλύφτης.
Τσ(c)ιβούριαου -αζω και τσ(c)ιβουριάστηκα από... (=πέθανα από τα ... Βάσανα). Από το civuri: = ο τάφος Τσ(c)ιγουρίστηκα , (=κάηκα για να κάνω ...)
τσιμα-τσίμα, η. Ακρη - άκρη, ίσα-ισα.[ιταλ. cima= άκρη, χείλος]
τσιμουδιά, η. ψίθυρος. [Αγν. προέλευσης]
Τσ(c)ιόλι, (coli)το. Υφασμάτινο ρούχο ... Από 'δώ και το φακιόλι (φατσιόλι)
Τσ(ι)ούμπι, το. Το εξέχον του κούρβουλου
Τσ(ι)ουράπι, το. Αλβ. c(ts)orape.
Τσιτσί, το. Νηπιακή λ. = κρέας. Αρχ. 'τιτθός'= μαστός. Και στα ιταλ. Cicci.
Τσορολό,το. Δεν βρέθηκε στα λεξικά …
Τσουρούλι,το. Κομμάτι άρτου ευλογημένου στην εκκλησιά.

                                       Y
       Το ύψιλον και τη χρήση του πρέπει να αγνοούσαν οι Μπασταίοι. Ποτέ δεν ακούστηκε να λένε κάτι  για το γράμμα αυτό. Έμπρακτα όμως το χρησιμοποιούσαν ευρύτατα. Όλοι τους καθημερινά το χρησιμοποιούσαν. Οι φορτωτήρες, πολύ χρήσιμα εργαλεία στους Μπασταίους,  μοιάζανε πάρα πολύ με το ύψιλον. Η μόνη διαφορά του Υ με τις φορτωτήρες ήταν πως φορτώνανε τα ζα τους και σπάνια για το γνωστό και απαράδεχτο ξυλοφόρτωμα. Βέβαια η διχάλα ήταν μικρή. Όσο δύο δάχτυλα του ενός χεριού  ανοιγμένα. Η κάτω γραμμή του  ήταν τόσο μακριά όσο το ψήλος του ζώου.

                                       Φ

Φαγούρα, η. στο χέρι .. Λεφτά θα πάρεις (αριστ) ή θα δώσεις (δεξί).
Φάγουσα , η
Φαλτσιέτα ,
Φανταλιά
 , η . Θα φας , θα σου δώκω κάμμια φανταλιά . Μου’δωκε , έφαγα μια Φαταούλας . είσαι μεγάλος φ α τ α ο ύ λ α ς και λ ο ύ ρ μ π α ς Φερετζιές, ο.
Φιρι – Φιρί , το . κουβέντες , το πάει λάου-λάου , λακριντί , το πας φυρί-φιρί για μ ά γ κ α ν α , είσαι λίμα για μάγκανα
Φλάρος, ο. Μπ.φρ. "Τονγκακό σου το φλάρο".
Φορτσέρι, το
Φουσέκι, το. Αλλά και φυσέκι. Μπ.φρ. "Ουου, πάει φ(ου)υσέκι. φορτωμένο σου λέου και πάει φ(ου)υσέκι.
Φρατζάτο ... μπαράκα και μέσα κρεβάτι με 4 φούρκες , ξύλα με φτερίνα και πάνω το σπάρτινο ματαράτσι … εμείς ξαπλωταριά .
Φώκος, ο. Βάλε φώκο γιατί ξυλιάσαμε ...


                                     Χ

Χαγιάτι, το. Σαν έπιασ’ η βροχή , λούφαξα κατου απ’ το χαγιάτι .
Χάζι, το. Αυτός κάνει χάζι.
Χαϊβάνι, το. Μπ.φρ. Ας το. Χαϊβάνι είναι και δεγκόβει η κούτρα του. Ρε χα΄ι΄βάνι εγώ είμαι μερέλης ;
Χαλκάς, ο. Βάλτου το χαλκά, για να το σέρνεις απ’ τη μύτη.
Χαμπάρι, το. Είδηση. Δεν παίρνει χαμπάρι αυτός.
Χαμπιλομασάου. Χαμ(π)ιλομασάμε, τι να κάνουμε. Τα χρόνια τα κερατένια, μας ξεδοντιάσανε. Εμείς δε χαμιλομασάμε. Τακούς;
Χαράμι, το. Χωρίς λόγο, άδικα. Χαράμι πήγε σου λέου, χαράμι
Χάρβαλο, το. Χαλασμένο εντελώς. Έγινε, θα γίνει ...
Χαρμάνι, το. Το μείγμα. Είναι καλό χαρμάνι ...
Χασές, ο. Είδος, τύπος φτινού υφάσματος. Από χασέ ειν’ το παντελόνι; Ναι, χασεδένιο είναι.
Χαψιά, η
Χεργιά, η. Προφέρεται: χιεργιά. Τα στάχυα που χωράνε στα 5 δάχτυλα του χεριού.
Χερόβολο, το. Προφέρεται: χιερόβολο.
Χόβολη, η. Αλλά και χόσβολη.
Χράπιο, α, ο. Ετοιμόρροπο.

                                       Ψ

ψαχουλάκιας, ο.
Ψαχουλεύω, ρ. Ψάχνω αθόρυβα, στα κρυφά. Τι ψαχουλεύεις εσύ ...

                                       Ω

Σημείωση. Οι Μπασταίοι δεν είχαν πολλά ο, ε και ι. Αυτά τα προστέσαν οι περιγραμμάτου Αλεξανδρινοί γραμματικοί. Να μη δείξουνε κι αυτοί πως κάτι ξέρουν και να τους θαυμάσουνε οι που δεν ξέρουν; Αλήθεια. Τι μεγαλωσύνη κι αυτή! Να φχαριστιούνται οι που ξέρουν, από το θαυμασμό των που δεν ξέρουν! Οι Μπασταίοι σαν ήθελαν πολλά ο, ε και ι, δεν είχανε κανένα πρόβλημα. Παρατείνανε τη φωνή τους τόσο, όσο άντεχ' η ανάσα ή χρειαζόταν για ναντους ακούσουν. Βγαίναν αγνάντιο στα Πετράλωνα ή, όπως αλλιώς λέγανε τ' αλώνι του ΑλημΑγά και με όση δύναμη είχανε, φωνάζαν: ΟΟΟΟΟΟρε Γιωρ'. Γιωρ', οοοοοορεΓιωρ'. -
-Πέστο με ω μέγα ρε μπάρμπα.
-Πως ναντοειπώ, παιδάκι μ';
-Με ω μέγα.
-Και πως είν'γκειν'το πράμα;
-Να, έτσι είναι, και ζωγραφίζει στο χώμα ένα τεράστιο ω.
-Ντοπής, παιδάκι μου, ντροπής! Ευτούνο μοιάζει σαν τογκώλο της κυράς μου κι αν τοειπώ θα με βαρέσει. Μιας και τόηφερ' η κουβέντα δεν το λές εσύ με ο ... μέγα ναντο μάθω κι εγώ, ναντο λέου κι εγώ περιγραμμάτων;!
........
Ούτε καν πισινό δεν είπε.
Σαν φώναζαν άντρες και παιδιά, έτσι λέγανε τ' αγόρια, χρησιμοποιούσανε το: όοοορε, και τόνομα προσαρμοσμένο πάντα στην ευφωνία. όοοορεΠαν', Γιαν', Βασιλ', Παν', Κωσ' με λίγο τ. Πάντα τρώγανε τα περιττά γράμματα. Πως να πουν: όοοορε Γεώργιε, Κωνσταντίνε, Αλέξανδρε! Ποτέ δεν ακούστηκε τέτοιο όνομα στο χωριό. Μια φορά στην εκκλησιά και τέλος. Θα σπαρτσαράγανε στα γέλια και οι φτερίνες κι άιντε να τις βρουν να σφουγγιστούν!
Η οικονομία της γλώσσας επιβαλόταν με δύναμη φυσικού νόμου. Κάστα, Μήτσιο, Γιώρη και τέλος η φαγούρα για φυγούρες, φκιασίδια και γυρλάντες.
Σαν φωνάζανε τις γυναίκες ή τις τσιούπες, χρησιμοποιούσανε το: έεεεμωρ' κ.τ.λ.π, όπως με τους άντρες. Στου Μπάιστα δεν(γ)κάνανε διακρίσεις.
Το ααα; πάντα με ερωτιματικό, ήταν πολύ χρήσιμο στους γέρους, τις γριές και τους που βαριακούγανε. Και του Μπάιστα είχε πάντα κοτσονάτους γέρους και γριές. Όλοι, σχεδόν, γερνούσανε. Και οι άντρες και οι γυναίκες. Και υπήρχε σεβασμός και θαυμασμός για όλους τους γέρους και γριές. Δεν ειν και τόσο εύκολο να καταφέρει κάποιος να γεράσει. Είχε πάντα το χωριό πολλούς γέρους και γριές. Τα παιδιά χαίρονταν και απολάμβαναν παπούδες και γιαγιαγιάδες. Ήταν και παραμένει το κάτι άλλο. Μοναδικά όμορφο για τα παιδιά. Τα τυχερά. Το αγέραστο καραγκιοζιλίκι, είναι νιόφερτο φρούτο. Αμερικάνικο ή Ευρωπαίο, δεν έχει σημασία. Μπασταίικο πάντως δεν ήταν. Οι Κρυονερίτες/σες μπολιάστηκαν με το γνωστό πια κεντράδι κι όλο και κάτι περί χρόνια(!)ματσουλάνε. Οι Μπασταίοι κι οι Μπασταίες, όχι. Ο ανόητος χαζορατσισμός, νομίζει βλακωδώς, πως είν' εύκολο κάποιος να γεράσει! Να γίνει από πιτσιρικάς, ας πούμε, ογρομήντα, ογρονήντα κι εκατό. Σαν μπεμπεκίζουνε ολημερίς κι ολονυχτίς, πως να βαράς με το διπλό τ' αραποσίτι και ναντο ... φχαριστιέσαι, στα εκατό σου!
Οι Μπασταίοι ήξεραν ένα μόνο ι. Αν κάποιος τους έλεγε για τόσα πολλά ι θα χάιδευαν περιπαθώς τη φορτωτήρα ή τη λαγούσια και θα αρκούνταν στα πατρογονικά Αρβανίτικά τους. Το ι συνοδευόμενο με ένα αχνό χ, που το πρόφεραν σαν πονούσαν ή γκιάγανε το μιτζούλι στο χ(ι)έρι ή το πόδι. Αυτό το ιχ, ήταν ρουφηχτό κατά φυλοκάρδι μεργιά. Δεν το φωνάζαν προς τα έξω, όπως το λέγαν στο σχολειό, σα μαθαίναν γράμματα. Α, και σαν νιρίζανε τα νιάνιαρα, βγάναν ένα ι, υγρασμένο από το κλάιμα.
Για τα δίφθογγα δεν λέγαν τίποτις. Μόνο το ου ακουγότανε συχνά απ' τις γυναίκες, σα φωνάζαν τα παιδιά τους ή τους άντρες. Και κατά περίεργο τρόπο, αυτό το ου το βάζανε στο τέλος. Ποτέ στην αρχή. Έτσι: -Θοδωρή, ουουου... Για ν' ακουστούν πιο μακριά, κάνανε τα χέρια τους χωνί στο στόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου