Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Μπασταίικη Ντοπιολαλιά

Μπασταίικη Ντοπιολαλιά. Η Γλώσσα που μιλούσαν οι Μπασταίοι ήταν τα ... Μπασταίικα. Είτε αυτά ήταν Ενετικά, Αρβανίτικα ή Ελληνικά. Ακόμα και τ' αλαμπουρνέζικα, που μίλαγαν μόνο και πάντα άλλοι, γινόντουσαν κι αυτά Μπασταίικα. Θες ο τόπος και το κλίμα, θες το νερό, θες το πιοτό, θες το καλκό[1]τους ριζικό, όλο και κάτι διαφορετικό έβγαινε στα λόγια τους. Χοροπηδάγανε, χωρίς ίχνος ενοχής, οι λέξεις, κι όλο και κάποια συλλαβή την έπαιρνε ο χάρος. Το ίδιο κάνει και η Γλώσσα με Γ κεφαλαίο στη φυσικοκοινωνική της λειτουργία. Όχι μόνο όλες τις λέξεις  τις κάνει ό,τι θέλει, με όποιο τρόπο θέλει, αλλά κάνει και τους γλωσσαμύντορες και γλωσσοπροστάτες, τύπου Μπαμπινιώτη, Χριστόδουλου και σία, να σκάνε απ' το κακό τους. Σαν τους θρησκευάμενους θεολογούντες, που προσπαθούν  να σώσουν το θεό απ’ τα παιδιά και τους ανθρώπους. Κανένας σεβασμός σε γραμματικές και γραμματικούς, συντακτικά και συντακτικούς,  γλωσσολόγους και τους γλωσσολογούντες.  Και μ’ όλο το θράσος και τον τρόπο, που μόνο η φύση και η συνακόλουθη άγνοια ξέρει να κάνει, και η σοφία του μεγάλου Σοσίρ ανακαλύπτει. Φυτεύανε καναγιώτα, που φύτρωνε εκεί, που δεν το περιμένανε οι καθώς πρέπει. Το: θέλεις και θέλετε  το λέγανε:  θες…,  κι αν θέλτε κιαν δε θέλτε θαντο … Το: φεύγα και φευγάτε, φέγα και: φεγάτε να φύγουμε. Το: όλος και όλη, ούλος και ούλια. Όχι ούλη,  αλλά ούλια, όπως το 'φχαριστιόνταν οι Μπασταίοι.  Λέγανε, λένε και θα λένε, μέχρι να τελειώσουν ούλοι : Τι να στα  λέου. Έβρεχε ούλια τη μέρα και βρεχήκαμε  ούλοι.  Και οι Σπαρτιάτισσες λέγανε στο γιο τους: ή ταν  ή επί τας , χωρίς να ρωτάνε κανένα Αθηναίο «φαφλατά». Οι Αθηναίοι, αν πιστέψουμε το Μενέξενο του Πλάτωνα το παρακάνανε σε όλα και γι αυτό πήγανε μπροστά.   Βγάζανε γλώσσα όχι μόνο σ’ αυτά, που κάποιοι λέγανε και λένε ιερά και όσια, μα και σ’ όλα τα δαιμόνια. Το πιο δαιμονιώδεις δαιμόνιο απ' όλους τους Αρχαίους Αθηναίους ήταν ο Σωκράτης. Δαιμόνιο και δαιμόνια λέγαν στο χωργιό το πειραχτήρια, δίνοντας στη λέξη αξιοπερίεργη νοστιμιά. 

Οι  κάτοικοι του Μπάστα είχαν τη δική τους γλώσσα και δεν τη … βάζαν μέσα!  
- Δενταφείνεις τα μπασταίικα, λέγαν οι κοντοχωριανοί . 
- Ναειπούμε κάνα παρλιακό, για να περάσ’ η ώρα.
- Το γιόμα άμα θες. Να κιώσω τη δουλειά μου πρώτα.
Ακόμα και οι που κουφαίνονταν στα γερατειά τους. Αυτοί κι αν ήσαντε  γλωσσοκοπάνες.
- Δεμπολιαγροικάου ο κακομοίρης …
- Αα! τι πες γεροΜήτσιο μ’ ;
- Ναι. Ροβόληκαν, ροβόληκαν.
- Τι; καλή ’ν’ καιπαναγιώταινα;
- Κουφούλιακα δεμπολυαγροικάς!
Το δεμπολυαγροικάου έδινε κι έπαιρνε. Άφηνε και κάτι για τους μικρούς, που δε χρειάζονταν και να τα μάθουν ούλα μονοκοπανιάς. Έτσι κι αλλιώς, είχαν καιρό μπροστά τους. Με τον καιρό θα πήξουν τα μυαλά και λυθεί και η γλώσσα τους. Το πεδούκλι της φύσης θα πεταχτεί σαν το πουκαμισόφιδο στην άκρη. Στα: από  τημπόλη έρχουμαι και στην κορφή κανέλα, που δίνανε και παίρνανε, χωρίς δασμούς και άλλα κουραφέξαλα, θα μπει φραγή. Όλοι σταματάγανε στο Μεροβίκλη, το μεγάλο γκρεμό. Το χάος που ξανοίγεται μπροστά γιομίζει το σκιάχτρο της βαρύτης. Όλοι και όλα σταματούν και υποκλίνονται ευλαβικά. Άνθρωποι και ζα. Η έμφυτη αναγκαία γνώση με την εμπειρική μορφή της, διατάσσει το στοματημό. Μόνο τα πετούμενα έχουν στις φτερούγες τους την διαταγή, να αγνοούν το σκιάζαρο για κάμποσο καιρό. Προνόμιο με προθεσμία. Σαν πέσουν τα φτερά, πάει και το παλιάμπελο. Του πέσαν τα φτερά, λέγαν οι Μπασταίοι για κάθε λιγοψυχισμένο.
Ποιος ρώτησε γλωσσειδικούς, σαν το δικό μας άντερο γινόταν eder. Ούτε γάτα, ούτε και η ζημιά της! Οι που δημιουργούν ή σκάβουνε της γης, είτε βλαστημούν, είτε ονοματίζουν. Κανένα δε ρωτούν σαν ονοματίζουνε τα έργατά τους, καθώς λέγανε τα έργα οι Μπασταίοι. Στον Αδάμ η θεϊκή εντολή (γεν. κεφ Β στ. 19 και 20) και τα σκυλιά των «ειδικών» πιστάγκωνα δεμένα.
Σαν ποτέ ακούγονταν δεοντολογικές «σοφίες»[2], όπως: έτσι θα το λέτε τούτο κι έτσι εκείνο, παρέμεναν φανατικοί Σοσιρικοί, χωρίς καν να το ξέρουν.  Ήθελαν λυμένη γλώσσα, αν και δεν άκουσαν ποτέ  Σοσίρ ή Τσόμσκι[3]. Πως να βρεθούν τέτοιοι χριστιανοί σε Νταρδαμπάρδα, Φούιζα και Μουρτζιούκου[4], να κάνουν την ανάγκη τους πίσω από κουμαριές ή σκίντα και  να τυπώνουν τα σοφά τους λόγια στα Τζουκαίικα;
Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε για τη γλώσσα που μιλούσαν οι Μπασταίοι πριν από το θανατικό του 1348-1350μχ. Αν το χωριό ήταν Ενετικό δημιούργημα και οι πρώτοι κάτοικοί του ήσαν Ενετοί, κατά πως λεν και οι ενδείξεις[5], τότε η γλώσσα των προ θανατικού  Μπασταίων, πρέπει να ήταν η Ενετική. Δεν αποκλείεται βέβαια να μιλούσανε και την Ελληνική. Και βέβαια δεν μπορούμε να πούμε πως μιλήθηκε ποτέ η Σλαβική ή η πανάρχαιη των πρωτοχωρικών τελ Μπασταίων. Λέτε η κροκάλα της Καυκανιάς, σαν διαβαστεί, να μας πει κάτι … για τελ Μπασταίικα; Αν γίνει κάτι τέτοιο, τότε όλη η ανθρωπότητα γονατιστή πάνω στα μυτερά μπασταίικα κροκαλάκια να ζητά τη συχώρεση του Μπάιστα για από τη μεγάλη αδικία!

Όλοι οι Κρυονερίτες πίστευαν και πολλοί πιστεύουν, πως οι Μπασταίοι, πάπων προσπάπων, μιλούσαν την ελληνική και κάποιοι, πως στον κόσμο δεν υπάρχει άλλη γλώσσα. Στο σκολειό, σαν γράφαμε στο τετράδιο: εν Κρυονερίω τη  …, είμαστε πέρα για πέρα βέβαιοι, πως όλα του κόσμου τα παιδιά έτσι γράφαν στο τετράδιο το δικό τους. Τόειπε ο δάσκαλος και τα σκυλιά δεμένα! Και βέβαια κανένα παιδί δεν έλεγε πως είν’ από το Κρυονέρι. Όλα τα παιδιά ακούγαμε από τους μεγάλους, πως το χωργιό το λέγαν Μπάστα ή και Μπάιστα. Ποτέ Κρυονέρι. Κι αν κάποιος τόλεγε και Μοναστήρι, όπως τ’ απαιτούσε και το απαιτεί ο νόμος, τότε … φίδι που τον έφαγε το μαύρο. Δεθαντονχώραγε ο τόπος. Ήπρεπε ν’ αλλάξει γλώσσα και χωριό. Ακόμα και τώρα γιαστείο να πεις κάποιονε Μοναστηριώτη, μιας και γεννήθηκε στο Μοναστήρι[6], αφού, συμφώνως τω νόμω, δεν υπάρχει χωργιό Μπάστα ή Μπάιστα, ούτε Κρυονέριον ή Κρυονέρι, για 13 ολόκληρα χρόνια. Είπαμε: συμφώνως τω νόμω! Σήμερα, όλοι μιμούνται τους Μπασταίους της περασμένης χιλιετίας. Γράφουνε τους νόμους στα παλιά τους τα παπούτσια.
Κάποιοι πίστευαν και πιστεύουν στην ύπαρξη και κάποιων άλλων γλωσσών. Όλες τους, όμως είναι «τίποτα» μπροστά στην Ελληνική τους και μάλιστα στην πιο αρχαιόπρεπη μορφή της, που όσο άγνωστη τούς είναι, τόσο και πιο σπουδαία. Είναι να μη θαυμάζεις τ’ άγνωστο που «δυνάμει»  υπάρχουν όλα τα καλούδια! Βέβαια, και όλα τα κακούδια για τους άλλους. Κοινό γνώρισμα αυτό, όλων των αρχαιόπληκτων  και αρχαιομανών. Μεταξύ μας.  Κανένας καθηγητής φιλολογίας του πανεπιστημίου δεν μιλάει αρχαία Ελληνικά, αν και χωρίς άλλο έπρεπε και πρέπει. Κι αν κάποιος αμφιβάλλει, ας πάει σε μια αίθουσα, έτσι, για πλάκα, και θα βεβαιωθεί ιδίοις ωσίν. Κι όμως, αυτοί είναι που στερούν τη γλώσσα που μιλούν όλα του κόσμου τα παιδιά, σαν ποτέ συναντηθούν!  Αυξαίνουν στο σχολειό τις ώρες των Αρχαίων Ελληνικών για να μάθουν τα παιδιά την γλώσσα που εκείνοι αγνοούν. Τέτοιοι και με τέτοιο τρόπο διασύρουν την αρχαία Ελλάδα, γεννήτρα της επιστημονικής σκέψης και γνώσης.  Οι Μπασταίοι δεν είχαν τέτοιες υποψίες. Και πίστευαν πως οι γραμματισμένοι τάξεραν όλα. Και για τα Μπαστιωτόπουλα, ακόμα πιο πολλά απ’ όλους, τάηξερε ο δάσκαλός τους.
Μετά το μεγάλο θανατικό (1350µχ) μιλούσαν τα Αρβανίτικα, που ήταν και η μητρική τους γλώσσα. Για κάποιο χρονικό διάστημα, τα Αρβανίτικα πρέπει να ήταν και η μοναδική τους γλώσσα. Με το πέρασμα του χρόνου θα πρέπει να άρχισαν να μιλούν και την Ελληνική - εκκλησιαστική, που μιλούσαν και οι κοντοχωριανοί τους και άκουγαν στην εκκλησιά.
Μέσο. Η γλώσσα στο χωριό ήτανε και παραμένει μέσο επικοινωνίας. Περισσότερο ήταν φορείο της σκέψης τους, παρά φορέας. Οι πιο σοφοί Μπασταίοι μιλάγανε λίγο, ως καθόλου, λες κι ήτανε μουγγοί. Είχαν ακούσει πως το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν και πως ο λόγος είναι άργυρος και η σιωπή  χρυσάφι. Που ξέρεις, λέγανε οι άδειες τσέπες τους.
Η γλώσσα τούς ήταν αναγκαία για να ζήσουν. Τα πιο πέρα ήταν τόσο μακριά και ξένα, που ούτε υποψία. Οι γλωσσολόγοι και οι Λογικοί για τους Μπασταίους ούτε που υπήρχαν. Αν και λέγαν στο χωριό για όλους τους σοφούς, πως κάναν τη δουλειά τους για να ζήσουν και αυτοί, μιας και όλοι αποφεύγανε τις χειρονακτικές εργασίες, όπως τις λέγανε οι σοφοί. Οι χειρονακτικές δουλειές ήταν και παραμένουν για τους δεύτερης κατηγορίας εργαζόμενους, τους ανειδίκευτους, όπως τους λένε.
Πάντα αναζητούσαν το καθάριο ψωμί, που το προτιμούσανε απ’ τη μπομπότα[7]. Ποτέ τους δε σκοτίστηκαν για την καθάρια γλώσσα. Πάντα, μόνο οι χορτάτοι έδιναν προσοχή στα λόγια και στη γλώσσα. Οι νηστικοί έχουν, πάντα, το νου τους στο φαΐ.  Το μάνα[8] δεν ξανάπεσε από τον ουρανό, γι αυτό και τ’ ακούγαν βερεσέ στην εκκλησιά. Εξ άλλου όλα αυτά γίνονταν τόσο παλιά, που ήταν σα να μην έγιναν ποτέ. Ποιος ξέρει λένε … Δεν είναι και σωστό να κάψεις βιβλία ιερά, όπως κάνανε παλιά, κάποιοι άλλοι στα βιβλία των σοφών, ακόμα και στους ίδιους του σοφούς. Στα βερεσέ άκουγαν και τον ειδικό , που έλεγε πως το μάνα δεν έπεσε απ’ τον ουρανό. Στους δύσκολους καιρούς, ο Μωϋσής κι οι άνθρωποί του, με αυτό τρέφονταν στη έρημο, σαν δεν είχανε κάτι για να βάλουνε στο στόμα.
Οι Μπασταίοι μιλούσαν τη γλώσσα τους, χωρίς να πολυσκοτίζονται αν ήταν τούτη , εκείνη ή και άλλη. Σύμφωνα με τη φυσική τάξη, όλοι οι άνθρωποι δεν επιλέγουνε τη γλώσσα που μιλάνε. Κανένας και ποτέ δε διάλεξε αυτά που βρήκε γύρω του. Πως θα μπορούσαν οι Μπασταίοι.  Άλλοι αποφασίζουν, για όλα όσα μαθαίνουν όλα τα παιδιά. Πολύ λίγα πράγματα  μπορεί κάποιος να αλλάξει στη ζωή του. Και γιατί να το κάνουν οι Μπασταίοι. Φρόντισαν άλλοι να τους αλλάξουνε όχι μόνο γλώσσα και πιστεύω και μάλιστα διά ροπάλου!  
Κι όμως, σαν κάποιος μίλαγε άλλη γλώσσα απ’ τα μπασταίικά τους, λέγανε: Αυτός μιλάει αλαμπουρνέζικα. Που και που λέγανε και βαρύτερες κουβέντες : μουρλάθηκε ο χριστιανός και δεν ξέρει τι λέει. Με παρόμοιους τρόπους τέλειωναν οριστικά μαζί του.      
Δε βάζανε ντριβέλια με πολλά γιατί και πως. Δεν κάναν το χατίρι των  γραμματικών ή εθνολόγων, που πολύ θα θέλαν και κάτι τέτοιο. Όλοι, όλο και κάτι κρύβουν από άγνοια ή γνώση. Αυτό δεν είχε ούτε κι έχει σημασία. Αρκεί να περνάγανε καλά. Ιδιαίτερα οι που ασχολούνται με την επιστήμη. Όλα τα πιστεύω τους, πολύ θα ήθελαν να τα πιστεύει όλη η πλάση. Μόνο ο δικός μας θεός και κάθε τι δικό μας είναι αληθινό! Για τους Μπασταίους και τις Μπαστιώτισσες αληθινό ήταν αυτό που χόρταινε τους ίδιους, τα παιδιά τους και τα  ζα τους. Αν πέρσευε και κάτι, ήταν κι αυτό αληθινό και χόρταινε και κάποιον πεινασμένο. Λες και σπουδάσαν όλοι τους  Αμερικάνικο πραγματισμό[9].
Τίποτα δεν τους έλειπε από τ’ αναγκαία για τη ζωή, μα ούτε και τους πέρσευε. Καμιά αναγκαία λέξη δε παραδινόταν στη λησμονιά.  Πάντα βρίσκανε χαρτόσημο, για τους που  γεννιόντουσαν, βαφτίζονταν, παντρεύονταν ή πέθαιναν . Κι ούτε που ξέραν πως δικηγόροι έπαιρναν αχρεωστήτως, για να μιλούν σωστά τη γλώσσα και να ψηφίζουν κατά  τσέπης τους μεργιά. Το πρώτο χαρτόσημο μπήκε στο χωριό το 1945. Έχει επικολληθεί στη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ξενοφώντα του Δημόπουλου, πατέρα του πασίγνωστου καφετζή Ρουλάκου.
  Τις περσευούμενες λέξεις τις γράφανε στα παλιοπάπουτσά τους. Και σαν δεν είχαν, όπως ήταν το συνήθειο τους, χάνονταν χωρίς να δίνουν σημασία. Σιγά που θα νοιάζονταν μη χάσουνε τις λέξεις. Τα λεφτά ή τα μυαλά δεν ήθελαν με τίποτα να χάσουν. Από λέξεις  …, όσες θες. Άγραφες καθώς ήσαν ούλες, ποιος και πώς να τις ξαναθυμηθεί. Γι αυτό τις λέγαν κουβεντούλες. Τι ομορφιά και τι χαρά σαν ξανακούγονται οι άγιες λέξεις των γονιών, παππούδων και γιαγιάδων! Ξαναφυτρώνει στο χωριό ο παράδεισος του πριν.
Οι αναγκαίες λέξεις και φράσεις, με διπλό, τριπλό και βάλε νόημα, ήταν αρκετές και με το παραπάνου. Δε χρειάζονται δα και πολλές λέξεις για να συνεννοηθούν η ανάγκη και η χημεία.  Η καλή πρόθεση και η καλή καρδιά, γίνονται ο καλύτερος δρόμος. Η πασίγνωστη λεξούλα φτάνει, αν δεν περισσεύει και αυτή, στο παιδικό παιχνίδι. Η ματιά, στους που κοιτιούνται ερωτευμένα, αχρηστεύουν λόγια, γλώσσες και περιγράμματες βλακείες. Του κάκου οι λεξιλάγνοι δεοντολόγοι καραφλίαζουν. Το κακό χειροτερεύει και ο χαβάς, χαβάς τους. Έτσι είναι γλωσσικά σωστό, θα τιτιβίζουν σα γαλιάντρες.
Με το νόμο της οικονομίας της γλώσσας υποστασιοποιούμενο στη  βιοχημική ανάγκη επιβίωσης, οι Μπασταίοι διέθεταν το πιο πλούσιο λεξιλόγιο στον κόσμο. 1200  λέξεις φτάνουν, αν δεν περσεύουν μερικές, για να συνοννοηθούνε μεταξύ τους οι ανθρώποι, λένε ειδικοί. Και οι Μπασταίοι με κάθε λέξη που ’ρχόταν στον ακούτραφo, τα λέγαν όλα. Αν το πολλαπλασιάσεις με το νούμερο των ειδικών τους περσεύανε πολλές χιλιάδες. Δεν είναι δα και μικρή τέχνη κάτι τέτοιο. Και οι αρχαίοι σοφοί είχαν και κείνοι τέτοιες λέξεις. Μόνο που τις λέγανε πολύ στα σοβαρά. Πώς να πεις το όν, που είναι όλα, χωρίς ακραία σοβαρότητα. Κινδύνευες να διασυρθείς από όλους τους μεγάλους. Το ρεντίκουλο ήταν κάτι πολύ ανυπόφορο για τους Μπασταίους. Ποτέ τους δεν είχαν τέτοιο στο χωριό, αν και χρησιμοποιούσανε συχνά τη λέξη, πάντα γι άλλους. Κατά προτίμηση σε απουσία, μιας και η παρουσία εμπεριέχει και ανεξέλεγκτους κινδύνους.
Δεν ήταν δα και τόσο απαραίτητη η κυριολεξία, ούτε και η δουλειά τους ήτανε να κυριολεκτούν. Μπουκιά δεν πρόσθετε στο λειψό φαΐ  τους. Το αντίθετο είναι πιο σωστό για τους Μπασταίους. Primum vivere, deide filosofare[10], λέγαν οι καθώς πρέπει. Οι Μπασταίοι με την πράξη τους βροντοφωνάζανε: vivere και πάλι vivere.  Η λέξη χριστιανός τούφτανε για κάθε άνθρωπο. Τι τούμελε να πάθ’ ο χριστιανός.
Χωρίς εθνικούς ή εθνοτικούς λεκτικούς προσδιορισμούς και άλλες παρόμοιες φιλοφρονήσεις περνούσαν τον καιρό τους οι Μπασταίοι. Τα επιθεματικά, συνοδευμένα απ’ το γκρα , το βούρδουλα ή το γκλοπ, γερμανικής καταγωγής και προέλευσης, είναι παράπλευρες συγκομιδές των μεταπελευθερωτικών απορριμμάτων της προόδου και προκοπής του καινούργιου έθνους και τρόπου ζωής, που ήρθαν με την απελευθέρωση από τον «τουρκικό», όπως λέγανε την Οθωμανική κυριαρχία και κατατρομάζαν το χωριό, για ένα και πλέον αιώνα. Όλες αυτές οι ιδεοληψίες δεν άλλαξαν καθόλου τον πρωτόγονο τρόπο ζωής τους. Αντίθετα, περισσότερους φόρους από πριν ζητούσαν ένοπλοι απεσταλμένοι και έπρεπε να βρουν τρόπους να … πληρώσουν. Απ’ τα Πετράλωνα[11] ακουγότανε συχνά : «οοορε … Τα βόιδα ήρθαν στο χωριό» κι ο πιο ανόητος νοούσε, δασκαλεμένος απ’ τα πριν.
Παράλληλα με τη γενική ή ευρύτερη γλώσσα(Αρβανίτικα και Ελληνικά), έχουν και την ιδιαίτερη, τη δική τους γλώσσα! Τη Μπασταίικη γλώσσα. Ούτ’ ένα χρόνο να λείψεις από το χωριό και είναι απαραίτητος ο διερμηνέας.
Στην άλλη άκρη του καφενείου κάθονται στο ίδιο τραπέζι και τα λένε φωναχτά ο Σπύρος του Κουζιούλη με τον Κώστα του Τσίρμπα.
…………..
- Ναι, ρε, η Βάκρα κι Κατσένα[12], χάσανε τα σκουλαρίκια … κι άιντε τώρα να πας ναντά δηλώσεις.
Ούτε ένα χάχανο για το γελοίο άκουσμα από το ! Μόνο αγανάχτηση για τον άχρηστο κόπο.
- Καπετάν Νίκο, Μουρλοί ηντούτοι; Βάλανε σκουλαρίκια σε πρόβατα και γίδια, σ’ αρνάδες και κατσίκια;
Ο Νίκος χαμογελάει, κάνει λίγο πίσω, όσο του επιτρέπει ο τράτος[13] της καρέκλας, σιάγνει το δεξί του χέρι κατά πως απαιτεί η σχετική κουλτούρα, κι εξηγεί στον πρόσκαιρα αλλοεθνή του:
- Το υπουργείο …
- … γαμώ τα υπουργεία τους, συνεχίζει θυμωμένα, άσχετα με το διερμηνέα ο Σπύρος. Κουκούτσι μυαλό δεν έχουνε; Τα βάτα και τα λίζβατα, θ’ αφήσουν σκουλαρίκια  σε γιδοπρόβατα κι  αρνοκατσίκια;
- … εξηγήσεις τέρμα, συμπληρώνει ο Νίκος.
Στις ευρύτερα γνωστές λέξεις δίνανε το δικό τους περιεχόμενο, τροποποιώντας τες πολλές φορές, χωρίς να ρωτούν κανένα. Ακόμα και τους νόμους της γλώσσας «γράφανε» στα παλιά τους τα παπούτσια, αν και όταν είχαν. Το ίδιο έκαναν και στη  βαρύτητα, περιγελώντας χρόνια και χρόνια, σα διαβαίναν τους γκρεμούς. Η βαρύτητα δε μπόρεσε να παρασύρει στο γκρεμό, ούτε ένανε! Με τη θέλησή τους κάποιοι  προσφερθήκαν. Θεληματικές μικροεξαιρέσεις, που μετριούνται στα δάχτυλα του μισού χεργιού, επιβεβαιώνανε το νόμο. Ήταν γι αυτούς μια κάποια λύση. Λίγοι το λεν παλικαριά.  Πως ν’ αγαπήσουν οι πολλοί  τόσο πολύ, τα εξαίσια γκρεμνά. Αυτοί, που μέρα νύχτα διάβαιναν γκρεμούς, σε μια στιγμή τους είπαν: … και τη ζωή μας πάρτε. Χρέος μνήμης σε Δημήτρη, μπαρπαΝίκο κι σ’ όποιον άλλο πρόσφερε τέτοια θυσία στο Χάος, που ξεχύνεται κατά Ολύμπιου Δία μεριά. Την γονυκλισία των πιστών της θεωρίας του Χάους[14], ούτε που την είχανε ακούσει οι Μπασταίοι. Σιγά μην θυσιάζανε καιρό για το φτερούγισμα τις κατσιμπούλας[15]  του Τόκιο, που θα κατάστρεφε τον κόσμο. Κι αν είχαν και λίγο, τον διαθέτανε για να χαρούν τις δικές τους  κατσιμπούλες και κωλοφωτιές, στα δικά τους περβόλια και ρεματιές. Έτσι προσεγγίζανε τον κόσμο και τα περισπούδαστα μπουρμπούτσαλα και προκαταλήψεις. Τις ιδεολογίες τις θεωρούσαν ψεύτικες, εκτός απ’ τις δικές τους, κατά το ρηθέν υπό Φωνοπούλου Σωτηρίου λέγοντος: καθένας τημπορδή τηνγκάνει μοσχοκάρυδο! Κι όχι μόνο οι Μπασταίοι. Ούλοι, ούλου του κόσμου, μιμούνταν  τους Μπασταίους. Μόνο που αυτοί μοσχοπουλούσαν τις … πορδές τους!

Οι  γλώσσες του χωριού
 «Γλωσσομαθείς» υπήρξαν οι Μπασταίοι ! Δυο τουλάχιστο γλώσσες μιλούνε για πεντέξι και πλέον αιώνες, χωρίς να λογαριάσεις τη Μπασταίικη. Οι πρώτοι κάτοικοι μιλούσαν τη … δική τους. Ποια ήταν όμως; Ένας θεός το ξέρει, θα λέγαν οι Μπασταίοι. Όμως, τι κρίμα να μη μας λέει … να μάθουμε κι εμείς οι μαύροι, που δεν ξέρουμε.  Πάντως ο εβραϊκός θεός απαγόρευσε δια ροπάλου τη γνώση στους πρωτόπλαστους[16]  και η γυναίκα ήταν αυτή που άνοιξε τα μάτια του άντρα της στη γνώση. Τσιγγούναρος στη γνώση ήταν κι ο δικός Δίας. Γυναίκα είναι που κι αυτού του σπάει την κεφάλα και τσουφ μια γυναικάρα, σοφή Θεά, η Αθηνά. Κι ο γείτονάς μας ο Αυγείας ήτανε εχθρός της γνώσης, αλλά αυτός δεν ήτανε θεός. Βασιλιάς θνητός ήταν ο άνθρωπος και τήραγε το συμφέρον του. Αν ο Μπασταίικος θεός είναι ίδιος με τον ΕλληνοΕβραϊκό, τότε κάποια γυναίκα θα ανοίξει μάτια κι οφθαλμούς και θα μάθουμε πολλά, όχι μόνο για τη γλώσσα των πρωτοΜπασταίων, αλλά και τι γράφει η Καυκαναίικη κροκάλα.

Βέβαια ο κήρυκας Αχίλλειος, που ‘ρχότανε πολύ συχνά στου Μπάιστα, φρόντισε να μάθει στους Μπασταίους πως φταίγανε κι αυτοί που μια παλιογυναίκα - Εύα παράκουσε την εντολή και γι αυτό γεννάνε οι γυναίκες τους με πόνους τα παιδιά και τρώνε με ιδρώτα ζυμωμένο το ψωμί. Φαίνεται πως γι αυτό δεν παντρεύτηκε ποτές του, για να μην κοιλοπονάει η γυνή που θα παντρευόταν και να τρώει χωρίς ιδρώτα το ψωμί του.  
«Αισχύνη ουκ αισχύνει; … επ’ αυτών , ουδέ γρυ », γρυλίζει ο Δημοσθένης στο λόγο κατά του Αισχίνη[17]. Κι ο Προμηθέας στον κουτσοπόδαρο θεό:  Κιχ δεν έβγαλές... "Ακίχητα...". Γιατί να μην το λένε έτσι  κι Μπασταίοι όλου του κόσμου. "Δε σκ(ρ)αμπάζεις γρυ", "οορε μαύρε μου, δεν 'αφηκες ούτε γκρίδα, όλο το ρουκούτησες", "Μη βγάνεις κιχ". Όλοι οι αρχαίοι, αν δεν και τα γράφανε περιγραμμάτου, σίγουρα δε θα πολυδιαφέρανε απ' τα Μπασταίικα.   
Η αρχική γλώσσα που μιλιόταν στο χωριό είναι, πιθανότατα η Ιταλική με την Ενετική εκδοχή της, αφού οι πρώτοι κάτοικοί του είναι, μάλλον, Ενετοί στρατιώτες, που φρουρούν τα όρια τις επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας τους. Σύμφωνα με την παράδοση που ακούγεται ακόμα στο χωριό, το τελειωμένο καλντερίμι στη Πλατιά σκάλα, που οδηγεί στο μισοτελειωμένο Ενετικό κάστρο στα  Κιόνια, το λιοστάσι στου Μουρτζιούκου και οι σποραδικές σε όλη τη Μπασταίικη περιφέρεια ενετικές ελιές, καθώς και οι ιταλόηχες ονομασίες των βασικών τοπωνυμίων, όπως Μπάστα, Ταβάνι,  Καλιμπάκι, Πίγκαρι, Λαφοξιά,  Καραμπάτσι κ. ά., υποδεικνύουν και τη γλώσσα των πρώτον νονών του χωριού. Βέβαια υπάρχουν πολλά, που πρέπει να εξιχνιαστούν και στο σημείο αυτό. Όπως οι ιταλικές επιδράσεις στους Αρβανίτες, που εποίκησαν το χωριό στα τέλη του 14ου αιώνα, γιατί όχι και των Σλάβων.  Το Μπασταίικο λεξιλόγιο μπορεί να μα πει πολλά, όπως και η έρευνα πηγών άγνωστων ακόμα σε μας. 

Τα βασικό χαραχτηριστικό του γλωσσικού ιδιώματος που μιλιόταν στο χωριό κατά το 19ο και 20ο αιώνα πρέπει να είναι  απόηχος της δωρικής διαλέκτου, φορτωμένος με τις παραμορφώσεις πλήθους τοπικών ιδιομορφιών, που έφεραν μαζί τους σώγαμπροι και νύφες, που ήρθαν στο χωριό από την ορεινή Ηλεία και Αρκαδία.
Μια κάποια τραχύτητα στην εκφορά του λόγου παραπέμπει σε δωρίζουσα υφή, αλλά και στο εξαιρετικά κακοτράχαλο τοπίο με τους απότομους πευκόφυτους γκρεμούς. Τοπικές παραμορφώσεις απ’ το πέρασμα του χρόνου, αναμειγμένες με άλλες αρχαίες διαλέκτους, όπως το επικό και ιωνικό ούλος, ούλα, ούλοι, δεν (α) γροικάς κ.λ.π. (Ξενοφάνης ο Κείος ), μα και παραφθορές που το κλίμα επιβάλλει στη ντοπιολαλιά του χωριού.
Το κεφαλοχώρι Λάλα, το χωριό Δούκα, Πόθου κλπ, γράφεται στις ταμπέλες εισόδου - εξόδου, Λάλας, Δούκας, Πόθος κλπ. και στο πρόσωπο όλων που σίγουρα όλοι τις διαβάζουν, διαγράφεται μια στραβομουτσουνιά και απορία αν πρόκειται για κάποιο άλλο χωριό, αφού κανένας και ποτέ δεν το αποκάλεσε έτσι : Λάλας, Δούκας, Πόθος, κλπ . Κάποιοι μάλιστα γελούν, άλλοι θυμώνουν και  άλλοι άλλα σχόλια και διακοσμητικές λέξεις προφέρουν.
 Αυτό που την έκανε ξεχωριστή , ήταν οι ιδιωματισμοί στη χρήση της, αν και δεν διέφερε από αυτή που χρησιμοποιούν τα γύρω χωριά . Παρ' όλ’ αυτά σε κάθε χωριό, αλλά και σε μικρότερο κύκλο , ακόμα και στην παρέα ,αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σημαντική, που είναι κατανοητή σε ’κείνο τον κύκλο και δίδει κάτι το ιδιαίτερο , το ξεχωριστό που συνιστά μια ιδιαίτερη  ποιότητα . Το περιεχόμενο είναι μπασταίικο . Με το τοπίο , το κροκαλοπαγές έδαφος , τις συγκεκριμένες δράσεις που είναι εξ αντικειμένου μοναδικές , όπως κάθε χωριού, που είναι διαφορετικό το ίδιο σε διαφορετική χρονική στιγμή ...  Το ίδιο το σύμπαν σε κάθε στιγμή διαφοροποιείται ...

- Νιόνιο, από πούειναι αυτός που μένουν συνέχεια πίσω;
- Α, Αυτός είναι από το Κρυονέρι.
- Και ο παραπίσω; 
- Αυτός είναι ... από το Μοναστήρι!
- Νιόνιο, σούειπα να μου φέρνεις εργάτες μόνο από του Μπάιστα!
Ο Βασίλης κι ο Πάνος ήσαν λίγο αργοί στην αξίνα. Ο Καραπάνος, όπως όλοι οι εργοδότες, ενδιαφέρεται για πολύ παραγωγικούς εργάτες.
Έτσι η φράση: «Αυτοίναι απ’ το Κρυονέρι» σήμαινε για τους επαΐοντες Μπασταίους τους οκνούς και  βραδείς στη δουλειά. Παρατυχόντες σε στιγμές ή εκδηλώσεις, δήλωναν το πρωτόφαντο της ομορφιάς της ντοπιολαλιάς.
Οι διάλογοι αποκομμένοι απ’ τη ζωντάνια τους, φαίνεται για καυγάς, τσακωμός. Καμιά φορά καταλήγει σε καυγά. Και γινόταν, όταν κάποιος πετούσε τη φράση «τι βλακείες λες»ή  «κοφ' τις βλακείες»  ή την άλλη λέξη ... την πασίγνωστη.
Πάντα τις κουβέντες τους τις συνοδεύει ένα αχνό χαμογέλιο, ανάμεσα στην ειρωνεία και το σαρκασμό. Την αυτοειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό. Σ' ένα τέτοιο υπόβαθρο  δομείται ο χωριάτικος λόγος. Δεν πρόκειται για μια καταλυτική  ειρωνεία σε βάρος του άλλου, ούτε ένας σαρκασμός  του άλλου.
 Αυτές τις λέξεις αξίζει ο κόπος για μια  προσπάθεια καταγραφής μέσα στο κλίμα και την πραγματική ζωή και γλώσσα του χωριού.
Το συνήθειο του διφορούμενου λόγου ήταν πασίγνωστο στους Μπασταίους . Μ’ ένα ζμπάρο δυο τρυγόνια, λέγανε .

Ο Ηλιόπουλος στο βιβλίο του ''το τοπωνυμικό της Ηλείας'' αναφέρει με τρόπο που φαίνεται να συμφωνεί με τον Grimm πως “Η γλώσσα μας είναι και ιστορία μας”. Είναι όμως και ιστορία του η γλώσσα του χωριού; Και ποια είναι η πραγματική του γλώσσα και ιστορία, όταν υπάρχουν πολλές εκδοχές και της γλώσσας και της ιστορίας. Μα και κριτήρια για το ποια γλώσσα και ποια ιστορία. Καθένας με την ιστορία του, θα μπορούσαμε να πούμε, παραφράζοντας το: καθένας με το εμπόρευμα του, τη σημαία του, και ... την πορδή του. Βέβαια οι εφοπλιστές και όλοι οι ομοϊδεάτες τους, για το δικό τους συμφέρον, αλλάζουν σημαία κατά κέρδους μεριά ανά πάσα στιγμή και εισάγουν - εξάγουν κάθε ιερό και όσιο για τον ίδιο μοναδικό ιερό σκοπό. Το κέρδος τους! Ο Πλάτωνας στο Μενέξενο δεν θεωρεί καθόλου τιμητική ιστορία την έν Μαραθώνι μάχην. Ο Σωκράτης δεν θαυμάζει την Αθήνα και την ιστορία της δικής του Αθήνας, αλλά αναδείχνεται στον πιο διάσημο Σπαρτιατολιγούρη. Οι 30ακοντα τύραννοι ήταν δικά του πνευματικά θρεφτάρια. Κι πιτσιρικά του H. Esse, διαβάζει το ίδιο περιστατικό έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα.
Δεν ισχύει το ίδιο με τη γλώσσα. Όσο και να θέλεις, δε μπορείς να φτιάσεις δική σου γλώσσα. Η Εσπεράντο δε περπάτησε όσο κι αν ήτανε η πιο σωστή από όλες τις γλώσσες του κόσμου !...




Η Μπασταίικη γλωσσική ιδιαιτερότητα. Η ελληνική γλώσσα, ποτέ δεν μιλήθηκε ομοιόμορφα σ' ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Στο πέρασμα του χρόνου και τις ιδιαιτερότητες του χώρου, διαμορφώθηκε σε τοπικές παραλλαγές, ιδιώματα και διαλέκτους. Η αρχαία Αττική διάλεκτος αποτέλεσε την βάση της Κοινής Αλεξανδρινής. Στο τέλος της 1ης μχ και τις αρχές της 2ης χιλιετίας διαμορφώνεται η νεοελληνική. Από τον 13ο-14ο αιώνα και μετά, έχουμε συμβίωση της Νέας Ελληνικής γλώσσας με την Αρβανίτικη. Αρβανίτες, ορθόδοξοι χριστιανοί, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στον Ελλαδικό χώρο, θεωρώντας τον δικός τους τόπο.(Δες: Κώστα Η. Μπίρη "ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ, ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ"). Για τον τόπο αυτό αγωνίστηκαν να λευτερώσουν από την Οθωμανική σκλαβιά. Σύμφωνα με το οδοιπορικό του περιηγητή De la Guilletiere, οι 49 από τους 50 που κρέμαγαν οι Οθωμανοί, ήσαν Αρβανίτες (Κ.Μπίρη ό.π. σελ. 306). Η διατήρηση της αρβανίτικης γλώσσας στο χωριό Μπάστα, φτάνει ως τις αρχές της 10ετίας του ’30. Πολλές λέξεις της Αρβανίτικης ενσωματώθηκαν στην «Μπασταίικη διάλεκτο» και τα παιδιά των Μπασταίων χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα πολλές από τις λέξεις αυτές. Στα τέλη της 2ης μχ χιλιετίας είχε καταβληθεί συστηματική προσπάθεια να μην μιλιέται η αρβανίτικη γλώσσα. Επανειλημμένες ήσαν οι "εθνοκαταγραφικές" επισκέψεις στο χωριό. Οι "γλωσσικές έρευνές τους", πραγματικά στόχευαν στο κατά πόσο μιλούσαν αρβανίτικα οι Μπασταίοι (Ηλιόπουλος, κ.ά.). Αυτές οι πιέσεις είχαν σαν αποτέλεσμα την εγκατάλειψη και τελικά την εξαφάνιση της Αρβανίτικης γλώσσας.


Γλώσσα. Σα μίλαγαν για γλώσσα οι Μπασταίοι, το μυαλό τους πήγαινε στο γνωστό όργανο που βρισκόταν στη στοματική τους κοιλότητα. Τη μιλιά τους, όπως λέγανε την ικανότητά τους να μιλάνε, την αποδίδανε στο κρεάτινο όργανο, που είχανε στο στόμα τους. Και πώς να μη το νομίζουνε αυτό! Σα δάγκωναν τη γλώσσα τους ή πρηζότανε για κάποιους λόγους, μιλούσαν δύσκολα ή και γελοία. Χασκογελούσαν κλαψουρίζοντας. Αυτό γι αυτούς ήταν η γλώσσα. Και μια απειλή τους ήταν: "θα σου κόψω τη γλώσσα". Που και πώς να πάει το μυαλό τους στη Γλώσσα, όπως τη νοούσαν γλωσσολόγοι και Γραμματικοί, και πως να κόψουνε μια τέοια γλώσσα; Δεν ξέρανε καμιά τέτοια γλώσσα. Άιντε να πήγαινε το μυαλό τους και στις αρνοκατσικίσιες, σαν τρώγανε κανένα κεφαλάκι. Αν, για το μοναδικό Αριστοτέλη,Ψυχή είναι η ζωτική δύναμη φυτών και ζώων, που άν την χάσουν παύουν να υπάρχουν, και για τον μεγάλο γλωσσολόγο Σοσίρ, Γλώσσα είναι η δυνατότητα του κοινωνικού ανθρώπου ν' αρθρώνει λόγο, που αν τη χάσουν, τραυλίζουν ή γίνεται μουγγοί, τότε όλοι όλου του κόσμου οι ... "Μπασταίοι", δικαιούνται ν' απολαμβάνουν ήσυχα τις αρνοκατσικίσιες κι αν λάχει και τις μουσκαρίσιες. Ας μην ανησυχούν για την ψυχή του αρνίου ή του μουσκαριού. Άλλοι είναι που τους την αφαιρούν και πληρώνονται γι αυτό!
Δε λέγανε μόνο στη "γλωσσού", πως θα της κόψουνε τη γλώσσα. Λέγαν πολλά διδαχτηκά πριν απ' αυτό. Για τη δική τους γλώσσα ή και των άλλων λέγανε: «Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακάει». Έτσι. Ασυναίρετο το ρήμα. Βέβαια κάποιοι θα κάνανε χαρά, αν λέγαν' οι Μπασταίοι το αρχαίο «θραύει». Κάποιες φορές, στους ύστερους καιρούς, κάποιοι γραμματισμένοι, προτιμούσαν το θαμιστικό τύπο του ρήματος και λέγανε: τσακίζει«Θραύει» δεν είπανε, κι ούτε θα πουν, ποτέ τους. Λέγαν μια άλλη κουβέντα, γι άλλους λόγους. Λέγανε, ας πούμε,το δικό τους: "έγινε τρύψαλα το ..." κι όχι "θρύψαλα", των καθώς πρέπει. Κάποιοι Μπασταίοι σπάγανε που και κανα κοκαλάκι, σαν παραπατούσανε ή πέφταν από ζώα ή και δεντρα. Κανένας όμως, δεν έσπασε κόκαλο ή έτω κι ένα τοσοδούλι κοκαλάκι δικό του ή των άλλων με τη γλώσσα. Μπορεί κάποιος να τάβαλε με καμια "κριτσιανίδα", κατά πως λέγανε το χόνδρο, αναποτελεσματικά, μιας και ποτέ δεν ακούστηκε κάτι τέτοιο στο χωριό! Άλλο καημό έκρυβε ο λόγος. «Είναι να μη σε πιάσει στο στόμα της/ου. Σε περνάει γενεές 14, ώσπου να πεις κύμινο», και κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου λίγο. Το πέρασμα από 14 γενιές είναι, και πάρα είναι, πολύ για ένα τόσο δα μικρό χωριό!
«Γλώσσα έχει και λαλιά δεν έχει» ή «στόμα έχει και μιλιά δεν έχει» αυτό το παιδί, το τσιουπί, η γυναίκα ή, που και που, και κανας άντρας. Αυτό το λέγαν για κάποια ή κάποιον λιγομίλητο. Να τον παινέψουν, μα και να ειρωνευτούν, σαν «δεν έβαζε γλώσσα μέσα» ή «έβγαζε γλώσσα». Για τους άλλους και κύρια τις άλλες, λέγαν άλλα. «Έχει μια γλώσσα ναα …»«Δε βάνει γλώσσα μέσα της/ου» Λίγες φορές αυτές οι φράσεις αναφερόντουσαν σε άντρες. Σχεδόν πάντα σε γυναίκες. Αποκλειστικά για τις γυναίκες, που όμως το λέγανε άντρες και γυναίκες: «ρε σούειναι μια γλωσσού αυτή …». Γι αρσενικα, δεν ειπωθηκε κάτι τέτοιο στο χωριό. Η λέξη «γλωσσάς» είναι πάνυ(!) αδόκιμη για Μπασταίους άντρες. Καιγια να κρατιούνται οι φυλετικές ισορροπίες, ποτέ δεν είπαν στο χωριό κάποια Μπαστιώτισσα "ψωμού"! "Ψωμάς" όμως, ήταν ... ευ δόκιμη και μάλιστα, λίαν και την πολυλέγαν στο χωριό.
Η πιο βαριά «γλωσσίζουσα» κακία ήτανε και παραμένει: « Αυτή, σου είναι μια γλωσσοκοπάνα…». Αυτό το λέγανε γυναίκες για γυναίκες σε γυναίκες. Μα και άντρες που και που. Για γλωσσοκόπανους δεν ακούστηκε ποτέ το κάτι τι. Για "κόπανους" όμως, όλο και κάτι λέγανε οι άντρες, αλλά που και που και οι γυναίκες.
Πολλές φορές λέγανε για κάποιον που παραφέρθηκε: «Δε δάγκωνες τη γλώσσα σου;». Σα δάγκωναν όμως τη γλώσσα τους, βερβέριζαν από τον πόνο και κάποιες ανοίκειες λέξεις και φράσεις ξεστομίζονταν, μετά το πρώτο αχ και βαχ. Σαν όμως τρώγανε καμιά γλώσσα ψημένη στα κάρβουνα και πίνανε και κάνα ποτηράκι παραπάνω, λυνότανε η γλώσσα τους, στήνανε χορό οι λέξεις και το ξεφάντωμα ξόδευε όλο τον υπολειπόμενο ελεύθερο χρήσιμο χρόνο.


η περιγραμμάτου! Ήταν κι αυτή μια άλλη κι αλλοιώτικη γλώσσα. Έτσι λέγαν στο χωριό σε κάποιον που γραμματίστηκε και τάλεγε "περιγραμμάτου".
- Εγώ δε μπορώ να τα πω περι γραμμάτου, όπως ελόγου σου! Δε γραμματίστηκα ο μαύρος/η!
Γιαυτην την καθαρεύουσα λέγανε πολλά και … το γέλιο πήγαινε σύννεφο. Όχι βέβαια πως πήρανε χαμπάρι τα "ευαγγελικά" και τα τραγελαφικά της γνωστής ιστορίας των καθαρούτσικων, αλλά με τον κοινό νου που διαθέτανε όλο και κάτι λέγανε για τον "καθαρεύοντα λόγο" τους. Τους φαινόταν παράλογο και εξαιρετικά ανόητο να λένε το καθημερινό ψωμάκι "επιούσιον άρτον", το σπουργίτη "στρουθίον" το κατσούλι τους "γαλή" και αυτό να θεωρείται μόρφωση και σπουδαίο πράγμα. Σαν άκουγαν κάποιον να μιλάει έτσι, στράβωναν το σαγόνι προς τ' αριστερά, σφίγγανε τα χείλη, έγερναν και λίγο το κεφάλι προς τα δεξιά κι άκουγαν με μεγάλη απορία, που αν μιλούσε, θάλεγε: "είναι δυνατό να λέγονται έτσι τέτοιες ανοήσίες;" Λέγανε πολλές φορές για κάποιον νιο, που πήγε, λέει, και γραμματίστηκε κι έμαθε πως το κατσούλι κι η κατσούλα, (η γάτα ντε), λεγόταν από τους "μορφωμένους": "οικοδίαιτος γαλή και … πήρε, που λέτε η γάτα την … γαλήν … και … πάει, κάηκε το σπίτι! Εμ, και το άλλο που το βάνεις; Γου και α, Γα. Του και α, τα κι όλα μαζί; Κατσούλα. Αυτό δεν είναι φτιαχτό ανέκδοτο ή παρμένο απ' την άγνωστη σ' αυτούς μεταγενέστερη κινηματογραφική ταινία. Είναι πραγματικό, κι έγινε σαν ήρθ΄ο δάσκαλος κι άνοιξε το σχολείο. Στο σπίτι είχαν όλοι τους κατσούλια, άιντε και καναγατί! Ποτέ, κανένας τους δεν είχε στο χωριό "οικοδίαιτον γαλήν"! Γαλιά και γάλους (γαλοπούλες) είχανε και κάνανε Χριστού και Πάσχα. Ποτέ γαλή! Ούτε στρουθία που τους τρώγανε το καλαμπόκι, που ήταν η πιο σπουδαία λειχουδιά για τα Μπασταίικα σπουργίτια! Αναγκαία διευκρίνιση. Αλλο είναι το καλαμπόκι, οι μικροί άσπροι σπόροι, κι άλλο τ' αραποσίτι, που οι περιγραμμάτου το λένε καλμπόκι.


Μπασταίικα. Η Γλώσσα που μιλούσαν οι Μπασταίοι ήταν τα ... Μπασταίικα. Είτε αυτά ήταν Ενετικά, Αρβανίτικα ή Ελληνικά. Ακόμα και τ' αλαμπουρνέζικα, που μίλαγαν μόνο και πάντα οι άλλοι, γινόντουσαν κι αυτά Μπασταίικα. Θες ο τόπος και το κλίμα, θες το νερό, θες το πιοτό, θες το ... κα(λ)(κ)ό τους ριζικό, όλο και κάτι διαφορετικό έβγαινε στα λόγια τους. Χοροπηδάγανε, χωρίς ίχνος ενοχής, πάνω στις λέξεις κι όλο και κάποια συλλαβή την έπαιρνε ο χάρος. Το ίδιο κάνει και η Γλώσσα με Γάμα κεφαλαίο. Όχι μόνο όλες τις λέξεις τις ... πηδάει, με όποιο τρόπο θέλει, μα κάνει και τους αυτόκλητους γλωσσαμύντορες, τύπου Μπαμπινιώτη, Χριστόδουλου και σία, να σκάνε απ' το κακό τους. Κανένας σεβασμός σε γραμματικές και γραμματικούς, συντακτικά και ... συντακτικούς, γλωσσολόγους και τους γλωσσολογούντες, με τρόπο, που μόνο η άγνοια και η σοφία του μεγάλου Γλωσσολόγου Σοσίρ ξέρει πολύ καλά. Φυτεύαν ένα γιώτα, που φύτρωνε εκεί που δεν το περίμεναν οι καθώς πρέπει. Το θέλεις το λέγανε θες. Το όλος, ούλος και το όλη, ούλια. Όχι ούλη, όπως θα το προτιμούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι. Ούλια, όπως το "φχαριστιόνταν" οι Μπασταίοι. Λέγανε, λένε και θα λένε, μέχρι να τελειώσουν ούλοι: Τι να στα λέου: Ούλια μέρα έβρεχιε και βρεχήκαμ' ούλοι. Κι οι Σπαρτιάτισσες λέγανε στο γιο τους: ή ταν ή επί τας, χωρίς να ρωτάνε κανένα Αθηναίο «φαφλατά», αν και τέτοια "πολυτέλεια" είχανε "δυνάμει" μόνο οι αγέννητοι Αμερικάνοι. Ποτέ τους οι Σπαρτιάτες! Οι Αθηναίοι, αν είχε δίκιο ο Μενέξενος, ήσαν και οι πρώτοι στην ιστορία Αμερικάνοι.


Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε για τη γλώσσα που μιλούσαν οι Μπασταίοι πριν από το θανατικό του 1348-50μχ. Αν το χωριό ήταν Ενετικό δημιούργημα και οι πρώτοι κάτοικοί του ήσαν Ενετοί, κατά πως λεν κι οι ενδείξεις , τότε η γλώσσα των προ θανατικού Μπασταίων, πρέπει να ήταν η Ενετική. Και βέβαια δεν μπορούμε να πούμε πως μιλήθηκε ποτέ η σλαβική ή η πανάρχαιη των πρωτοχωρικών τελ Μπασταίων, εκτός κι αν η Καυκαναίικη κροκάλα, σαν διαβαστεί, μας πει κάτι … για τα τελ Μπασταίικα! Δεν αποκλείεται βέβαια, αν και απίθανο, να μιλούσαν την Ελληνική ή και την Ελληνική. Όλοι οι Κρυονερίτες πίστευαν και πολλοί πιστεύουν, πως οι Μπασταίοι, πάππων προσπάππων μιλούσαν την ελληνική. Κάποιοι πίστευαν και πιστεύουν στην ύπαρξη και κάποιων άλλων, αλλά όλες τους είναι "τίποτα" μπροστά στην Ελληνική τους και μάλιστα στην πιο αρχαιόπρεπη μορφή της, που όσο άγνωστη τούς είναι, τόσο και πιο σπουδαία. Κοινό εξ άλλου γνώρισμα όλων των αρχαιόπληκτων και αρχαιομανών. Μεταξύ μας, κανένας καθηγητής φιλολογίας του πανεπιστημίου δεν μιλάει αρχαία Ελληνικά, αν και χωρίς άλλο έπρεπε και πρέπει. Κι αν κάποιος αμφιβάλλει, ας πάει σε μια αίθουσα για πλάκα και θα βεβαιωθεί ιδίοις ωσίν, όμμασί τε και ... γλώσση! . Κι όμως, όλοι αυτοί είναι που στερούν τη γλώσσα, που μιλούν όλα του κόσμου τα παιδιά, σαν που, πολύ συχνά, συναντηθούν.
Μετά το μεγάλο θανατικό (1350µχ) μιλούσαν τα Αρβανίτικα, που ήταν και η μητρική τους γλώσσα. Για κάποιο χρονικό διάστημα, τα Αρβανίτικα πρέπει να ήταν και η μοναδική τους γλώσσα. Με το πέρασμα του χρόνου θα πρέπει να άρχισαν να μιλούν και την Ελληνική - εκκλησιαστική, που μιλούσαν και οι κοντοχωριανοί τους και άκουγαν στην εκκλησιά.


Μέσο. Η γλώσσα στο χωριό ήτανε και παραμένει μέσο επικοινωνίας. Περισσότερο ήταν φορείο της σκέψης, παρά φορέας. Οι πιο σοφοί Μπασταίοι μιλάγανε λίγο, ως καθόλου, λες κι ήτανε μουγγοί. Θες γιατί όλοι τους ήσαν λιγομίλητοι από γεννησιμιού τους, θες δε βρίσκανε ευκαιρία γιατί υδροκοπούσανε για το ψωμί απ' το πρωί ως το βράδυ, υποστηρίζανε πως: «ο λόγος είναι άργυρος και η σιωπή χρυσάφι», που υποκρύπτει μια βαθειά πανανθρώπινη επιθυμία. Που ξέρεις … λέγανε οι άδειες τσ(ι)έπες τους, όπως κρώζουν οι τσ(ι)έπες όλου του κόσμου. Λέγαν και το άλλο και μάλιστα στ' αρχαία, σαν γνήσιοι οπαδοί της Σπάρτης. "το Λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν". Κι ο Σωκράτης ήταν ο πιο διάσημος θαυμαστής της Σπάρτης και του τρόπου ζωής. Μόνο που δεν πάτησε το πόδι του ποτέ στη Σπάρτη,γιατί μπορεί και να του το κόβαν οι Σπαρτιάτες, αφού δεν έβαζε ποτέ του γλώσσα μέσα. Μέχρι και τα βράδια παραμίλαγε και ... τον μπουγέλωνε η μαύρη του η γυναίκα!
Η γλώσσα, ήταν αναγκαία στους Μπασταίους για να ζήσουν. Τα πιο πέρα ήταν τόσο μακριά και ξένα, που ούτε υποψία. Οι γλωσσολόγοι και οι Λογικοί, οι μεγάλοι σοφοί, εκτός απ' το Σωκράτη, για τους Μπασταίους, ούτε που υπήρχαν. Αν και λέγαν στο χωριό για όλους τους σοφούς, πως κάναν’ τη δουλειά τους, για να ζήσουν και αυτοί, μιας κι αποφεύγανε τα χειρονακτικά, όπως τα λέγαν, σαν που ήτανε σοφοί. Οι χειρονακτικές είναι για ανειδίκευτους, όπως τους λέγαν και τους λένε. Πάντα αναζητούσαν το καθάριο ψωμί οι Μπασταίοι, που το προτιμούσανε απ’ τη μπομπότα. Οι χορτάτοι πάντα δίνουν προσοχή στα "καθώς πρέπει" λόγια. Οι νηστικοί είχαν πάντα το νου τους στο φαϊ. Το μάνα δεν ξανάπεσε από τον ουρανό, γι αυτό και τάκουγαν βερεσέ στην εκκλησιά. Εξ άλλου όλα αυτά γίνονταν τόσο παλιά, που ήταν σα να μην έγιναν ποτέ. Ποιος ξέρει λένε μερικοί … Δεν είναι και σωστό να κάψεις ιερά βιβλία, που λένε πως έπεφτε ψωμί απ' τα ουράνια... Ούτε είναι σωστό να κάνεις ό,τι κάνανε κάποιοι ιερωμένοι στα βιβλία των σοφών, μα και τους σοφούς τους ίδιους! Στα βερεσέ άκουγαν και τον ειδικό, που έλεγε πως το μάνα δεν έπεσε απ’ τον ουρανό, αλλά πως κάποια φυτά και σήμερα εκκρίνουν το Μα νου, που στους δύσκολους καιρούς ο Μωυσής κι αντάρτες του τρέφονταν στην έρημο, σαν δεν είχανε κάτι για να βάλουνε στο στόμα.
Μιλούσαν τη γλώσσα τους, χωρίς να πολυσκοτίζονται αν ήταν τούτη, εκείνη ή και άλλη. Σύμφωνα με τη δοθείσα τάξη, σα γεννιούνται οι ανθρώποι, δεν επιλέγουνε τίποτα. Ούτε γονείς, ούτε πατρίδα, ούτε θρησκεία κι ούτε γλώσσα. Κανένας και ποτέ δε διάλεξε αυτά που βρήκε. Πως θα το μπορούσαν οι Μπασταίοι. Άλλοι αποφασίζουν, για όλα όσα μαθαίνουν όλοι οι ανθρώποι. Ακόμα και πιο κει. Πολύ λίγα πράγματα μπορεί κάποιος να αλλάξει στη ζωή του. Και γιατί να το κάνουν οι Μπασταίοι. Πάντως κάποιοι φρόντισαν να τους αλλάξουν γλώσσα και πιστεύω διά ροπάλου! Σαν κάποιος μίλαγε άλλη γλώσσα, λέγανε: Αυτός τα λέει αλαμπουρνέζικα. Που και που λέγανε και βαρύτερες κουβέντες: μουρλάθηκε ο άνθρωπος και δεν ξέρει τι λέει. Με παρόμοιους τρόπους τέλειωναν οριστικά μαζί του. Δε βάζανε (ν)τριβέλια στα κεφάλια τους με πολλά πως και γιατί. Δεν κάναν’ το χατίρι των γραμματικών ή εθνολόγων. Πως να φανερώσεις κάτι που δεν ξέρεις. Η προστυχιά λουφάζει από γνώση κι αυτό απουσίαζε απ΄του Μπάιστα.
Για τους Μπασταίους και τις Μπαστιώτισσες αληθινό ήταν αυτό που χόρταινε την κοιλιά και τις κοιλιές των παιδιών τους. Αν πέρσευε και κάτι, ήταν κι αυτό αληθινό και χόρταινε και κάποιον πεινασμένο. Λες και σπούδασαν όλοι στην Αμερική. Τίποτα δεν τους έλειπε, μα κι ούτε τους πέρσευε. Πάντα βρίσκανε το χαρτόσημο για τους που γεννιόντουσαν, βαφτίζονταν, παντρεύονταν ή πήγαιναν για κατουΝτήστα. Κι ούτε που ξέραν’ πως δικηγόροι τα 'παιρναν αχρεωστήτως, για να μιλούν σωστά τη γλώσσα και να ψηφίζουν κατά ξένης τσ(ι)έπης και μερ(γ)ιά.
Τις περσευούμενες λέξεις, τις γράφαν’ στα παλιοπάπουτσά τους. Και σαν δεν είχαν, όπως τους ήτανε συνήθειο, χάνονταν χωρίς να δίνουν σημασία. Σιγά που θα νοιάζονταν μη χάσουνε τις λέξεις. Τα λεφτά, αν κι όταν είχαν, και τα μυαλά δεν ήθελαν με τίποτα να χάσουν. Από λέξεις … όσες θες, λέγανε. Με τα λόγια, λέγανε συχνά, όλοι χτιούν ανώγια και κατώγια, ακόμα και πύργους γυάλινους.
Οι αναγκαίες λέξεις και φράσεις, με διπλό, τριπλό και βάλε νόημα, ήταν αρκετές και με το παραπάνου. Δε χρειάζονται δα και πολλές λέξεις για να συνεννοηθούν ανάγκη και χημεία. Η καλή πρόθεση κι η καλή καρδιά, γίνονται ο καλύτερος δρόμος. Η πασίγνωστη λεξούλα φτάνει, αν δεν περισσεύει και αυτή, στο παιδικό παιχνίδι. Η ματιά, στους που κοιτιούνται ερωτευμένα, αχρηστεύουν λόγια, γλώσσες και περιγράμματες βλακείες. Του κάκου οι λεξιλάγνοι καραφλιάζουν. Το κακό χειροτερεύει και ο χαβάς, χαβάς τους. Έτσι είναι γλωσσικά σωστό, θα τιτιβίζουνε γαλιάντρες και θα γονυπετούν ευλαβικά μπροστά στην ... αττική ασυνταξία.
Με το νόμο της οικονομίας της γλώσσας υποστασιοποιούμενο σε χημική ανάγκη, οι Μπασταίοι διέθεταν το πιο πλούσιο λεξιλόγιο στον κόσμο. Για να συνεννοηθούν μεταξύ τους οι άνθρωποι, 1200 λέξεις φτάνουν, λένε ειδικοί, αν δεν περσεύουν μερικές. Οι Μπασταίοι με κάθε λέξη που ’ρχόταν στον ακούτραφo, τα λέγαν όλα. Αν το πολλαπλασιάσεις με το Νο των ειδικών, τους περισσεύανε πολλές χιλιάδες. Δεν είναι δα και μικρή τέχνη κάτι τέτοιο. Και οι αρχαίοι σοφοί τέτοια λέγανε για τη σιωπή. Είχαν και κάτι λέξεις που τα λέγαν όλα. Μόνο που τις λέγαν σοβαρά. Πώς να πεις το όν, που τα ‘χει όλα, χωρίς ακραία σοβαρότητα. Κινδύνευες να διασυρθείς από όλους τους μεγάλους. Το ρεντίκουλο ήταν κάτι πολύ ανυπόφορο για το χωριό και φρόντιζαν για μην έχουν. Κι αν χρησιμοποιούσανε συχνά τη λέξη, το κάναν πάντα για τους άλλους και την απουσία, μιας και η παρουσία εμπεριέχει ανεξέλεγκτους κινδύνους.
Χωρίς γλωσσικές φιλοφρονήσεις περνούσαν τον καιρό τους οι Μπασταίοι. Τα επιθεματικά, συνοδευμένα απ’ το γκρα, το βούρδουλα ή το γκλοπ, γερμανικής καταγωγής και προέλευσης, είναι παράπλευρες συγκομιδές των μεταπελευθερωτικών απορριμμάτων της προκοπής του έθνους και τρόπου ζωής, που ήρθαν με την απελευθέρωση από την «τουρκοκρατία», όπως λέγανε την Οθωµανοκρατία και κατατρόμαζαν το χωριό για ένα και πλέον αιώνα. Όλες αυτές οι γλωσσικές ιδεοληψίες δεν άλλαξαν καθόλου τον πρωτόγονο τρόπο ζωής τους. Αντίθετα, περισσότερους φόρους από πριν ζητούσαν ένοπλοι απεσταλμένοι και έπρεπε να βρουν τρόπους να … πληρώσουν. Απ’ τα Πετράλωνα ακουγότανε συχνά: «Τα βόιδα ήρθαν στο χωριό» κι ο πιο ανόητος νοούσε, δασκαλεμένος από πριν. Σήμα, σημαίνον και το σημαινόμενο μπερδεύονταν ξεκαθαρισμένα στον που τ’ άκουγε στη Φούιζα, στ’ Αρατρίτσι ή τη Νταρδαμπάρδα. Η κυριολεξία, χρήσιμο εργαλείο στους που πρέπει να κυριολεκτούν, δεν τους ήταν και τόσο απαραίτητη, ούτε η δουλειά τους ήταν να κυριολεκτούν. Μπουκιά δεν πρόσθετε στο λειψό φαΐ τους. Το αντίθετο είναι πιο σωστό για τους Μπασταίους, μα και για όλους τους σοφούς. Primum vivere. Η λέξη χριστιανός αντί τ' ανθρώπου ήταν και ο πιο ακριβής για τους Μπασταίους. Ποτέ δε λέγαν: σε καλό σου άνθρωπέ μου. Πάντα, σε καλό σου χριστανέ μου.
Η ντοπιολαλιά τους είχε κάτι το ιδιαίτερο, όπως όλοι οι τόποι σ' όλους τους καιρούς. -"Δενταφείνεις τα μπασταίικα", λέγαν οι κοντοχωριανοί. Είχαν τη δική τους γλώσσα και δεν τη βάζαν μέσα!
- Ναειπούμε κάνα παρλιακό, για να περάσ’ η ώρα.
- Το γιόμα άμα θες. Να κιώσω τη δουλειά μου πρώτα …

Ακόμα και οι που κουφαίνονταν στα γερατειά τους, αυτοί κι αν ήταν λογοκόποι.
- Δεμπολιαγροικάου ο κακομοίρης …
- Αα! τι πες γεροΜήτσιο μ’;
- Ροβόλατα τα πρόβατα.
– Αα! Καλά είναι τα γουρούνια …

Το δεμπολυαγροικάου έδινε κι έπαιρνε κατά γερατειά μεργιά. Άφηνε και κάτι για τους μικρούς, που δε χρειάζονταν και να τα μάθουν μονοκοπανιά. Έτσι κι αλλιώς, είχαν καιρό μπροστά τους. Με τονγκαιρό θα πήξει το μυαλό και θα λυθεί η γλώσσα κι η λαλιά τους. Το πεδούκλι της φύσης θα πεταχτεί σαν το πουκαμισόφιδο στην άκρη. Τα: από τημπόλη έρχουμαι και στην κορφή κανέλα, δίνανε και παίρνανε χωρίς δασμούς και άλλα κουραφέξαλα. Κανένα κράτημα ή σταματημός. Όλοι σταματάγανε στο Μεροβίκλη, το μεγάλο γκρεμό. Κι αυτό από σεβασμό στο Χάος. Όποιοι δε σταμάτησαν, το ‘καναν γιατί αγάπησαν πολύ τα εξαίσια γκρεμνά. Τη γονυκλισία των πιστών της θεωρίας του Χάους, ούτε που την είχανε ακούσει. Σιγά μην είχανε καιρό για το φτερούγισμα τις κατσιμπούλας του Τόκιο και τ’ άλλα μπουρμπούτσαλα. Κι αν είχαν και λίγο καιρό λόγω καιρού, τον διαθέτανε για να χαρούν τις δικές τους κατσιμπούλες και κωλοφωτιές, στις δικές τους ρεματιές και περβόλια. Έτσι προσεγγίζανε τον κόσμο και τις περισπούδαστες προκαταλήψεις. Όλοι τους, όλες τις άλλες τις θεωρούσανε ψεύτικες, εκτός απ’ τις δικές τους, κατά το ρηθέν από Μπασταίους: καθένας τημπορδή τηνγκάνει μοσχοκάρυδο. Κι όχι μόνο οι Μπασταίοι. Ούλοι, ούλου του κόσμου, μιμούνται τους Μπασταίους κι ας μην το μολογάνε! Ποιος ρώτησε τους ειδικούς και το δικό μας άντερο το κάναν’ eder. Οι που δημιουργούν ή σκάβουν όπου γης, βλαστημάνε ή ονοματίζουν. Δε ρωτάνε ειδικούς πως θα ονοματίσουνε τα έργατά τους ή πια βλαστήμια αρμόζει στη δική τους δυσκολία. Στον Αδάμ η θεϊκή εντολή να ονοματίζουν οι δικοί του και τα σκυλιά των «ειδικών» πιστάγκωνα δεμένα.


Η πρόσκαιρη. Παράλληλα με τη γενική ή ευρύτερη γλώσσα, είχαν και την πρόσκαιρα ιδιαίτερη, δική τους γλώσσα! Τη Μπασταίικη εποχική. Στις ευρύτερα γνωστές λέξεις δίνανε το δικό τους περιεχόμενο, πολλές φορές τροποποιώντας τες, χωρίς να ρωτούν κανένα. Που να βρουν τους ειδικούς; Κι αν εμφανιζόταν κάποιος στο χωριό, ερχόταν γι άλλους λόγους. Ακόμα και τους νόμους της γλώσσας «γράφανε» στα παλιά τους τα παπούτσια, αν και όταν είχαν. Όπως έκαναν και στη βαρύτητα, περιγελώντας χρόνια και χρόνια, σα διαβαίναν τους γκρεμούς. Ούτε ένα τους δε μπόρεσε να πάρει! Κι ας ακροβατούσαν από πεύκα σε πεύκα σ’ όλες τις πεύκες του γκρεμού. Με τη θέλησή τους κάποιοι, σκόπιμα, χρησιμοποιήσανε τα θέλγητρά της.


Ούτ’ ένα χρόνο να λείψεις από το χωριό και είναι απαραίτητος διερμηνέας.
-Ναι, ρε, η Βάκρα κι Κατσένα, χάσανε τα σκουλαρίκια κι άιντε τώρα νάβρεις άλλα!
Και το λέει σοβαρά και οργισμένα. Πως να βρεις κάποιο περιθώριο και τρόπο να ρωτήσεις. Ούτε ένα χάχανο για το γελοίο και αστείο, που ακούγεται στα σοβαρά τέτοιο τόσο τρελό! Μόνο αγανάχτηση επιτρέπεται για τον άχρηστο κόπο …
- Καπετάν Νίκο, Μουρλοί είν’ τούτοι ούλοι; Βάλανε σκουλαρίκια στ’ αρνιά και τα κατσίκια, στις προβατίνες στα κριάργια;
Χαμογελά, πολύ προσεχτικά, ο Νίκος και χαμηλόφωνα εξηγεί στον πρόσκαιρα αλλοεθνή του:
- Το υπουργείο είπε …
- Και … τα υπουργεία τους
, αγριοφωνάζει για τους λόγους του στο απέναντι τραπέζι ο Σπύρος ...



Γλωσσομάθεια. Οι Μπασταίοι ήσαν και Γλωσσομαθείς! Δυο τουλάχιστο γλώσσες μιλούνε για πεντέξι, και βάλε, αιώνες, χωρίς να λογαριαστεί η κατά καιρούς Μπασταίικη. Οι πρώτοι κάτοικοι μιλούσαν τη … δική τους. Ποια ήταν όμως; Ένας θεός το ξέρει, θα λέγαν οι Μπασταίοι. Η αρχική γλώσσα που μιλιόταν στο χωριό είναι, πιθανότατα η Ιταλική με την Ενετική εκδοχή της, αφού οι πρώτοι κάτοικοί του είναι μάλλον Ενετοί στρατιώτες, που φρουρούν τα όρια τις επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας τους. Το τελειωμένο καλντερίμι στη Πλατειά σκάλα, που οδηγεί στο μισοτελειωμένο Ενετικό κάστρο στα Κιόνια, σύμφωνα με την παράδοση, που ακούγεται ακόμα στο χωριό, το λιοστάσι στου Μουρτζιούκου και οι σποραδικές σε όλη τη Μπασταίικη περιφέρεια ενετικές ελιές, καθώς και οι ονομασίες των βασικών τοπωνυμίων, όπως Φούιζα, Καλιμπάκι, Πίγκαρι, Λαφοξιά, Κοριτσιάνους, Καραμπάτσι, Κακόσι και πλήθος άλλων, υποδεικνύουν και τη γλώσσα των πρώτον νονών του χωριού. Βέβαια υπάρχουν πολλά, που πρέπει να εξιχνιαστούν και στο σημείο αυτό. Όπως, οι ιταλικές επιδράσεις στους Αρβανίτες, που εποίκησαν το χωριό στα μέσα του 14ου αιώνα ...
Το βασικό χαραχτηριστικό του γλωσσικού ιδιώματος που μιλιόταν στο χωριό κατά το 19ο και 20ο αιώνα είναι απόηχος της δωρικής διαλέκτου, φορτωμένο με παραμορφώσεις από πλήθους τοπικών ιδιομορφιών, που έφεραν μαζί οι φερτοί γαμπροί και νύφες από την ορεινή Ηλεία και Αρκαδία. Ήταν δωρίζουσα διάλεκτος με τοπικές παραμορφώσεις ανάμεικτη με άλλες αρχαίες διαλέκτους, όπως το επικό και ιωνικό ούλος, ούλα, ούλοι, δε(α)γροικάς (Ξενοφάνης ο Κείος), κλπ. αλλά και κλιματικές και άλλες παραφθορές, σαν όλης της νεοελληνικής. Κάπως έτσι είναι η ντοπιολαλιά του χωριού ...
Η κροκάλα με τη Γραμμική Γραφή Β που βρέθηκε στην Καυκανιά ή Καυκωνία, όπως γράφουν στις σημερινές ταμπέλες οι περιγραμμάτου νομαρχιακοί, πρέπει κι αυτή να είναι φερτή ... Όχι μόνο η Καυκανιά, μα και πλήθος άλλα χωριά είναι παραμορφωμένα τα ονόματά τους από τους απερίγραπτους περιγραμμάτου. Το κεφαλοχώρι Λάλα διαβάζεται στις ταμπέλες εισόδου - εξόδου, Λάλας και στο πρόσωπο όλων διαγράφεται η απορία αν πρόκειται για κάποιο άλλο χωριό, αφού κανένας και ποτέ δεν το αποκάλεσε έτσι: Λάλας. Το χωριό Δούκα διασύρεται σαν Δούκας, του Πόθου σαν Πόθος και πάει λέγοντις. Κάποιοι γελούν θυμωμένα. Άλλοι, άλλα σχόλια και λέξεις προφέρουν …


Κάθε χωριό, μικρός κύκλος, ακόμα και παρέα, αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη σημαντική, που είναι κατανοητή σε ’κείνο τον κύκλο και δίδει κάτι το ιδιαίτερο, το ξεχωριστό που συνιστά μια ιδιαίτερη ποιότητα. Του Μπάιστα είχε το δικό του κώδικα με καταδικό του περιεχόμενο. Με καμβά το κροκαλόσπαρτο τοπίο, τη Βρύση με τον Πλάτανό της, τη ρεματιά με βάτα, Φροξυλιές κι αηδόνια, τις κουμαροσκιντόφυτες βουνοπλαγιές, τις πολυεπίπεδες δράσεις, που είναι μοναδικές και διαφορετικές σε διαφορετικές στιγμές. Όλος αυτός ο φυσικός πλούτος έβγαινε στις κουβέντες το ίδιο ζωντανός με αφθονία σαν το τοπίο και τη δική τους πολυμορφική δραστηριότητα. Όλοι στο καφεθέατρό τους ήταν μια παρέα. Οι φθονερές ενδημικές καλλιτεχνικές αντιζηλίες απουσιάζαν παντελώς. Άλλης μορφής και άλλου χώρου αντιθέσεις μένανε έξω από την πόρτα. Οι πιο ταλαντούχοι μέσα δεν αντιστοιχούσαν με τα έξω. Παρατυχόντες σε κοινές στιγμές , δήλωναν το πρωτόφαντο. Οι διάλογοι απ’ τη ζωντάνια τους, φαίνονταν καυγάς ή τσακωμός. Καμιά φορά, βέβαια κατάληγε και κει. Πάντα γινότανε καυγάς, σαν κάποιος πετούσε : "τί βλακείες λες" ή "κοφ’τις βλακείες" ή την άλλη λέξη ... την πασίγνωστη. Τότε σχόλαγ’ ο γάμος, λες κι έκλα...ψ’ η νύφη.
Τις κουβέντες τους συνόδευε αχνό χαμογέλιο, ανάμεσα στην ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό. Σε τέτοιο υπόβαθρο χτιζόταν η χωριάτικη κουβέντα. Δεν ήταν καταλυτική ειρωνεία σε βάρος κάποιου, ούτε σαρκασμός, μα περιείχε πάντα ένα αλλά. Ένα αλλά γεμάτο με την ιδιαιτερότητα του χωριάτικου, που γεννιόταν στο συγκεκριμένο κι έπαιρνε τη μοναδική χωριάτικη απόχρωση και ηχοχρώμα. Του Μπάιστα είχε το δικό του Μπασταίικο αλλά . Όλα όσα ο κόσμος έκανε και κάνει, τα έκαναν όλα στο χωριό. Γεωργοκτηνοτροφία σε όλη την κλίμακα παραγωγής και μεταποίησης. Υφαντουργία μαζί και η παραγωγή και επεξεργασία των πρώτων υλών. Οινοποιία με όλη την κλίμακα καλλιέργειας και τις σχετικές δραστηριότητες. Εστίαση(μαγεριά) και παραγωγή ψωμιού(φούρνοι), Οικοδομή (μόνοι τους χτίζανε τα σπίτια), Ελαιοπαραγωγή, κηπευτική, ορνιθοτροφεία (κοτέτσια) και χοιροτροφεία(μουτούπια)… Όλα όσα κάνει ο κόσμος όλος. Μόνο πετρέλαιο κι αλάτι αγόραζαν από το μονοπώλιο. Είχαν πάντα και το πιο μοντέρνο καφεθέατρό τους. Χωρίς συγγραφείς θεατρικούς, χωρίς ηθοποιούς, δοκιμές κι ετοιμασίες, χωρίς σκηνές και σκηνοθέτες. Με όλα τα χωρίς, κάποιες, αν όχι όλες τους οι «παραστάσεις», θα τις ζήλευαν πραγματικά οι πιο μεγάλοι θεατρικοί! Αρκεί να κρυφακούγαν, να κρυφοκοιτούν ή να ήταν ένας απ’ αυτούς. Αυτό ήτανε το ζωντανό τους θέατρο. Όλες τις τέχνες και τα γράμματα ασκούσαν οι Μπασταίοι, εκτός από τα περιγραμμάτου κόπα και σαμπί. Το δίγαμα, το περιφρονούσαν από παρεξήγηση. Ήσαν από ανάγκη μονογαμικοί και θεωρούσαν, πως ήτανε πιο καλό το τρίγαμα σαν αμαρτήσει κάποιος. Το δις εξαμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού, λέγανε πολύ συχνά. Από το τρις και πέρα ερχόταν η σοφία, η γνώση, ίσως κι επίγνωση, λέγαν οι πιο πονηροί. Μα όλοι, όλου του κόσμου οι συγγραφείς, μεσάνυχτα στη μοναξιά τους, δεν κρυφοκοιτούν ηδονικά τ’ απόκρυφα του σώματος και της ψυχής εαυτών, μα και των άλλων;
Μπασταίικοι δεν ήταν οι σεισμοί, που ερχόντουσαν απρόσκλητοι συχνά. Οι λοιμοί που 'ρχόταν από μακριά. Ο άλλος λιμός ήταν μόνιμος κάτοικος, γέννημα και θρέμμα των Μπασταίικο. Οι καταποντισμοί, οι πόλεμοι και τ’ άλλα φυσικά κι αφύσικα κακά, πηγαινορχόντουσαν σαν αφεντικά. Α! και η Βαρύτητα. Αυτή έπαιζε κρυφτούλι μ’ όλους τους Μπασταίους. Νικούσε μόνο κατά γέρατα μεριά!




Η γενική Κτητική. Ντάγκας ο παππούς, ο μπαμπάς, ο γιος, και τ’ αγγόνια. Ντούγκα η γιαγιά, η μαμά, η κόρη κι οι αγγόνες. Στην ονομαστική τ' σερνικό, στη γενική κτητική το θηλυκό. Οι Μπασταίοι στην παραγωγή της υλικής τους ζωής δεν είχαν δούλους. Που και που, κάνει την εμφάνισή του και κάνας ψυχογιός, σε άκληρα, κύρια, ζευγάργια. Πραγματικοί όμως δούλοι και δούλες δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα δεν υπήρχε δουλοχτητική σχέση. Ο πρωτόγονος αναγκαίος φυσικός καταμερισμός της οικοτεχνικής δουλειάς ήταν το Μπασταίικο καθεστός.  Η γενική κτητική , που υπάρχει στη Μπασταίικη   ντοπιολαλιά είναι "φερτή", και μάλιστα χωρίς συνοικέσιο. Ήρθε  ακάλεστη, μαζί με το τσούρμο πλήθους άχρηστων λέξεων, που κάθε γλώσσα κουβαλάει στη ζούμπα (καμπούρα) της. Οι περιγραμμάτου τις κουβαλάνε για να κάνουν τον καμπόσο, στους που περναει κάτι τέτοιο, ακούγεται θυμωμένα από Κουγκουλώρας μεργιά.
Γράφουν οι σύγχρονοι φεμινιστές, αλλά και οι φεμινίστριες απόκοντα: " Ο χοντρός/ή",  "ο μεγάλος/η" ... και πάει ... γράφοντας, λέγοντας και κράζοντας τα φεμινιστικά τους, όλοι/ες οι κουλτουριαραίοι/ες  αριτεροδέξιοι/ες. Μια γραφή και διάκριση που κορακιάζει τις λέξεις κι ασχημαίνει τα γραφτά. Οι παλιοί περιγραμμάτου καθαρευουσιάνοι γραμματικοί  και οι σύγχρονοι τους γλωσσαμύντορες, που καμαρώνουν όλοι τους για τα καλά "νοηματικά!" (=αυτά των κωφάλαλων) ελληνικά τους, αδικώντας με τις ανόητες προκαταλήψεις την λεύτερη Ελληνική γλώσσα, λέγανε και λένε, πως το αρσενικό είναι ισχυρότερο (άκου, ισχυρότερο!) του θηλυκού και μπαίνει πρώτο στη σειρά. 
Στον αρχαίο κόσμο και σε κάποιο βαθμό και σήμερα, ο παραγωγός της υλικής ζωής, αυτός που "εξόφθαλμα" φέρνει στο σπίτι το φαΐ, είναι ο άντρας. Στην αρχαία Ελλάδα οι άντρες- πολίτες, νικώντας τον ασιατικό τρόπο παραγωγής (όλα ανήκουν στο Δεσπότη, αντιπρόσωπο του Θεού στη γη), κάνουν δούλους τους ηττημένους και εγκαθιδρύουν απόλυτα τη δουλεία. Οι δούλοι καθηλώνονται απόλυτα στην παραγωγή των υλικών αγαθών της ζωής των ελευθέρων πολιτών. Ο πρώτος μέγιστος επιστήμονας - ΔΕΝ ήταν φιλόσοφος - Αριστοτέλης,   θεωρητικός της δουλοχτητικής και γενικότερα της ταξικής κοινωνίας, διακηρύττει: η φύση γεννά ελεύθερους και δούλος. Καταχτητές και δημιουργοί της Ελευθερίας τους είναι οι άντρες - πολίτες. Όλοι οι άλλοι γίνονται ιδιόχτητο κτήμα τους. 
Αυτό  το μοναδικό φαινόμενο της δουλοχτητικής Αρχαίας Ελλάδας, ο τόπος που γέννησε την ατομική ιδιοχτησία, καταργώντας τη θεοκρατική του ασιατικού τρόπου παραγωγής, δεν μπορούσε να μην πάρει τη θέση του και στη γλώσσα. 
Μόνο ο ελεύθερος άνδρας, γιατί υπήρχαν και δούλοι άντρακλες, έχει επίθετο στην ονομαστική και είναι φύσει τέτοιος. Η γενική κτητική κάνει το θαύμα και το θύμα της. Στην αρχαία Ελλάδα, που μπαίνει η ιδιοκτησία με τρόπο απόλυτο και αυγάζει ο πολιτισμός, μόνο πολεμώντας είσαι ελεύθερος. 


Μετά το θανατικό του 1350 μχ, οι που ήρθαν στο χωριό Αρβανοί (Αρβανίτες) κι όχι Αλβανοί, είχαν τέτοια γενική κτητική στο όνομά τους ή δεν είχαν; Να δούμε αν και η Αρβανίτικη είχε κι έχει γενική κτητική … Και κάτι ακόμα: Υπάρχουν Αρβανίτες στη σημερινή Αλβανία; Αν δεν υπάρχουν, από πότε και πως έγινε αυτό;


Γλωσσοδέτες ή "Κολοκύθια στο πάτερο" λέει ο ... ονόματα δε λέμε: Ο βολυμοκοντυλοπελεκητής: //Εκκλησιά μου πλουμισμένη /και Βολυμοκοντυλοπελεκημένη/ Ποιος σε βολυμοκοντυλοπελέκαγε/κ’είσαι βολυμοκοντυλοπελεκημένη; //Ο γιος του βολυμοκοντυλοπελεκητή/ με βολυμοκοντυλοπελεκαγε/ Κ’ είμαι βολυμοκοντυλοπελεκημένη.// Το λάθος στην προφορά ήταν να πει : Βολυμοκολοπελεκημένη (παλιόλογο !!) Αυτό έκανε όλους να γελάνε. Το γέλιο εδώ ήταν η τιμωρία του σφάλλοντα. Το μη γέλιο ήταν η ανταμοιβή για τον … άσφαλτο. Το χειροκρότημα είναι νεωτερικό.
Η πέτρα: //Άσπρη πέτρα ξέξασπρη/ κι απο τον ήλιο ξεξασπρότερη. …. // Αυτό επαναλαμβάνεται συνέχεια με αυξανόμενη ταχύτητα. Δεν αναφέρονται εδώ αμοιβές ή ποινές.
Η πάπια: //Μια πάπια, μα ποιά πάπια./ Μια πάπια, μα ποια πάπια / ….. Μα πια πάπια/ … Κι αυτό επαναλαμβάνεται συνέχεια με αυξανόμενη ταχύτητα. Δεν αναφέρονται κι εδώ αμοιβές ή ποινές.
Ο παπάς: //Ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή. Γιατί παπά παχύ έφαγες παχιά φακή;// Εδώ λέμε και το όνομα, μετά από άδεια. Αν αλλάξει γνώμη η κυραΜαρία Γεωργίου, οι τελίτσες περιμένουν και δεν παίρνουμε και καμιά άδεια.
Ο τσίτζιρας : //Ο τσίτζιρας, ο μιτζιρας,/ ο τατσιμίτζιχότζιρας,//Ανέβηκε στη μιτζιργιά,
τη χοτζιργιά,/ την τατσιμιτζιχοντζιργιά // κι έφαγε τα μίτζιρα, τα χότζιρα,/ τα τατσιμιτζιχόντζιρα, // κ’ ήπιε το γλυκό κρασί / με τηγκούπα τη χρυσή.// Κι εδώ έχουμε ονόματα: Υπαγορεύτηκε από την Έφη Γεωργίου και την Έφη Νταγκούλη.
Τα παρακάτω δεν έχουν σχέση με γλωσσοδέτες και … κολοκύθια.
Τ' άλογό του Θοδωρή. Όχι του Θεοδώρου! //Θοδωρή, Θοδωρή,/ τ' άλογό σου δε μπορεί./ Βάλτου βρώμη και ταϊ/ Να χορέψει σαν τραϊ,/ σαν τραϊ και σα βετούλι,/ σαν του γύφτου το ταβούλι.//
Αποκριάτικο και πολύ, μα πάρα πολύ πιπεράτο:
//Το μ..νι στηγκαρυδιά/ και ο π...ος απουκά./ Κατάβα κάτου μ...ρε,/ δεγκατεβαίνω π....ρε,/ γιατί βρίσκεις τρούπα και τρουπώνεις/ και τα μαλλιά ανακατώνεις.// Αυτό από τον … , αν κι όλοι το λέγανε. Δεν παίρνουμε όρκο, αν συνεχίζουν να το λένε ακόμα και μάλιστα βελτιωμένο. Οι λέξεις ποτά δεν ήταν πρόστυχες. Πολλοί όμως, ήταν και παράειναι. Εδώ δεν περιλαμβάνονται Μπασταίοι. Ήταν ούλοι τους φτωχοί άνθρωποι.
Ο κοκκινόλαιμος: //Τσίχλα κακακαηδού,/ Δε παντρεύεσαι μωρή;/ Τσίχλα: /Ποιόν να πάρω για γαμπρό;/ Κοκκινόλαιμος: //Πάρ’ τογκότσιφα γαμπρό.// Τσίχλα: //Δεν το θέλω τοντζερλι./ Ποιον να πάρω ρε παιδί;//
Κοκκινόλαιμος: //Εμένα πάρε για γαμπρό// Τσίχλα: Άιντε παλιομυγοπιάστη να χαθείς.// Κοκκινόλαιμος: //Εγώ θες να χαθώ μωρή;/ Τα μηριά μου, τα χοντρά μου/Πέντε κάκαβα γιομίζουν/ Και τα στήθια κι αυτά/Πέντε γάμους συνεβγάνουν.//
Η Αλφαβήτα: //Αλφα Βήτα τσορολό,/το κεφάλι σου ξερό,/κρέμεται στομπατερό,/τρώει τραχανοχυλό.//
Της τυρινής.Το βράδι της Κυριακής της τυρινής τρώγανε όλο το χωριό λαζάνια, που τα καίγανε με βούτυρο και ρίνανε και μιτζήθρα απουπάνου και σαν αποτρώγανε βάζανε αυγά στη θράκα κι αρχίζανε: // Καίω καίω.../- τι καις;/- καίω τον Ασβό που τρώει τ' αραποσίτι.// Κι απαντούσε ο άλλος άγρια:// κάυτονε και ψήστονε.//Και πάλι από την αρχή με:
//Καίω … τι καίς;// το γεράκι και την αλπού,/ πότρωγε τις κότες,// Και πάλι από την αρχή με: // Καίω… //το ξιφτέρι, πότρωγε τα κλωσσόπουλα,// … το φίδι ..//, και πάει λέγοντις, μέχρι να βαρεθούνε! Μετά το φαϊ, βάζανε τ' αυγά στη θράκα για να ψηθούνε. Όποιου ίδρωνε τ' αυγό λέγανε πως ήτανε ντεμπέλης. Αν κάποιου έσκαγε, σκάγαν' οι οχτροί του. Αν ήτανε τ' αυγό γιομάτο, θα γιόμιζε τ' αλώνι. Αν ήταν κούφιο, θα ήταν άδειο τ’ αλώνι. Αυτά από τον παπαΚώστα, με τη σύμφωνη γνώμη του Τάση του Γιαννίτσα, του Θανάση του παππά και του Ρουλάκου.
Μπασταίικη μετεωρολογία. Οι Μπασταίοι είχαν εγκαταστήσει σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα σταθμούς μετεό! Οι ειδοποιήσεις ήταν αυτόματες. Σα λιγόστευ’ η λιακάδα, ρίχνανε μια ματιά στον ορίζοντα και οι πληροφορίες ευανάγνωστες στον καθένα. Τέτοια κωδικοποίηση δεν την έχουν κι ούτε θα την αποχτήσουν οι μετεοί ποτέ τους. Τα Μπαστιωτόπουλα θυμούνται τους μετεοκώδικες των Μπασταίων γονιών τους. Η ποίηση από εργαλείο υπαρξιακής φαγούρας, γίνεται χρηστικό εργαλείο αποκωδικοποίησης του καιρού. Να ένα, που το ξέραν όλοι οι Μπασταίοι και τα Μπαστιωτόπουλα κι αφορούσε όλους τους κλάδους της οικονομίας του χωριού. Σα φύσαγε νοτιάς λέγανε: //Παν' τα σύννεφα στημΠάτρα,/Παν' τα ρέματα γιομάτα.// Όταν συνέβαινε αυτό, πρόσεχαν και παίρνανε τα μέτρα τους. Κανένας δεν πινήγηκε από ακραία καιρικά φαινόμενα και καταστάσεις. Μάλιστα είχαν και πιο εξειδικευμένο μετεό, για αγρότες σε δράση: //Παν' τα σύγνοφα στημΠάτρα,/Πάρε τα λουριά και λάκα .// Σαν όμως φύσαγε βοργιάς, λέγαν τ’ άλλο: //Παν τα σύγνοφα στη Μάνη,/Πάντοτε βροχή δεν πιάνει//, κι είχαν το μυαλό τους στη δουλειά τους. Είχαν και καϋμούς κι ευχές:// Σα ρίξει Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα,/Χαρά στο γεωργό πόχει πολλά σπαρμένα//. Αυτό το λέγανε παλιά. Τα τελευταία χρόνια λέν τα Μπαστιωτόπουλα κάτι άλλο σαν οργή: //Στονγκακό τον τόπο,/βρέχει Μάη!//
Είχαν και μετεό για πλάκα: //Βρέχει, βρέχει ψιχαλίζει,/Το Κατάκολο γιομίζει,/Και τα μάρμαρα ποτίζει/ .
Κι άλλο πικρόχολα σκωπτικό://Ηλιος ήλιος και βροχή,/Που παντρεύοντ' οι φτωχοί.//Ήλιος ήλιος και φεγγάρι,/Που παντρεύοντ' οι γαϊδάροι.//
Κουβέντες Μπασταίικες: Αυθεντικός διάλογος την Πρωτάγιαση:// - Πέρασ’ ο Παππάς; / - Τώωρα…, νάηταν κι άλλος! /- Και δεν τάδιωξε τα καρκατζέλια; / - Αφού με βλέπεις, τι ρωτάς; / - Φταίει ο παππάς; / - Πώς να με κάνει ζάπι! Δεν είχε ψάλτη ο χριστιανός!; - Αμ δε σε κάνει ζάπι σένα, ούτ’ ο πατριάρχης!//
Κι άλλη αυθεντική κουβέντα στο καφενείο:// -Άκου ένα: Όσοι κάνουν τον έξυπνο, ασκούνται στη βλακεία. Σοφό δεν είναι; /
-Ναι, ναι. Είναι τόσο σοφό, που σε κουφαίνει. Άκου κι ένα από μένα. Κάνει τον έξυπνο όποιος πιστεύει ότι 'ναι βλάκας! //


χαρακτηριστικά του Μπασταίικου γλωσσικού ιδιώματος:
1.Το ω της κατάληξης των εις -αω ρημάτων, προφέρανε σχεδόν πάντα: -αου. Λέγανε και λένε ακόμα: Θα φάου, τρώου, γκριτζιανάου, πεινάου, τραβάου κλπ.
2. Αλλά και τις καταλήξεις των επιρρημάτων πάνω, κάτω, χάµω, αντί του ω, ακούμε: πάνου, κάτου, χάμου, κλπ.
3. Το β πληθυντικό πρόσωπο των ρημάτων τελειώνει και σε -ουτε και όχι πάντα σε -ετε, π.χ. κάνουτε, θέλουτε, παίζουτε. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει.
4. Τη γενική πληθυντικού των οικογενειακών, κυρίως, ονομάτων προφέρουν και σε –ουνε και –ωνε. π.χ.: των Βγεναίων, λέγανε και λένε αλλά και των και του –ουνε και –ωνε, των μεγάλων, αλλά και –ωνε, των αλλ(ου)ωνών και του/των αλλουνώνε κλπ.
3. Στη γενική πληθυντικού η κατάληξη -ων προφέρεται συνήθως -ωνε. π.χ. των ανδρώνε, των γυναικώνε, των παιδιώνε κλπ.
5. Στις καταλήξεις -ριο και -ρια,πρόσθεταν το συμφώνο -γ- μετατρέποντας τα σε "ργιο" και "ργια", π.χ. Το χωριό γίνεται χωργιό, η μουριά γίνεται μουργιά, η κλπ.
6. Προφέρεται το -χε πάντα -χιε. πχ Χελιδόνι, χιέρεται κλπ.
7. Πρόφεραν και προφέρουν: τηνγΚαλολετση,τονγκύριο, τηνγκερατένια, κλπ.




Κάθε συνεισφορά Μπασταίικη καλοδεχούμενη.





[1] Τη λέξη αυτή τη φτιάξαμε για να αποδίδει και τις δύο λέξεις :καλό - κακό =καλκό
[2] δεοντολογικές «σοφίες» ή Έτσι θα το λέτε τούτο κι έτσι εκείνο
[3] Σπουδαίοι γλωσσολόγοι.
[4] Τοποθεσίες του χωριού.
[5] Δες και το «σύντομη ιστορία του χωριού» http://www.mpasta.gr
[6] Από τον Αύγουστο του 1940 [Β. Δ. 28-8-1940, ΦΕΚ. 271/1940], ως τον Ιούλιο του 1953 [ [Β. Δ. 23-7-1953, ΦΕΚ. Α 195/1953].
[7] Το αραποσιτένιο ψωμί .
[8] Ma nu (= τ’ είναι αυτό) λέγανε ένα υλικό που έβγαινε , όπως η κόλα στις αμυγδαλιές , κερασιές κ.ά , όταν χαραζότανε το δένδρο … που φύεται στην έρημο του Σινά.
[9] Αληθινό είναι αυτό που μας συμφέρει, λέει ο Αμερικάνικος πραγματισμός, θυμίζοντας αρκετά τους αρχαίους σοφιστές.  Αντίθετα με τους οπαδούς της αντικειμενικής αλήθειας, Σωκρατικούς και άλλους, που λένε πως  η αλήθεια μας συμφέρει.
[10] «Πρώτα η ζωή, μετά η φιλοσοφία».
[11] Τοποθεσία Δ. του χωριού. Υπήρχε στη θέση αυτή, μέχρι το 2ο  μισό του 20ου αιώνα, μεγάλο πέτρινο αλώνι. Σ’ αυτό, σύμφωνα με την παράδοση, ο αγάς του χωριού, αλώνιζε με 10 άλογα. Άλλοι λένε  με 16, άλλοι με 18, και κάποιοι με 40! Σήμερα, σαν γίνεται κουβέντα για το πέτρινο αλώνι, περαρουγιώτες Νταγκουλαίοι, σχεδόν πάντα προσθέτουνε: τ’ αλώνι του Αλίμ αγά.  
[12] Ονόματα προβάτων.  
[13] στο χωριό λέγανε: «κάνε τράτο να περάσει».
[14]  Αν, λέει σε μια κρίσιμη κατάσταση ισορροπίας, φτεροκοπήσει μια πεταλούδα στο Τόκιο, μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο! Κι αυτό στα σοβαρά. Φορτωτήρα ρεε … ακούγεται η φωνή απ’ την κοφίνα
[15] Έτσι λέγαν οι Μπασταίοι τις πεταλούδες
[16] Από δε του δένδρου  του ειδέναι καλόν και πονηρόν …  μη φάγητε … ουέ μη αψησθε  …. Εν η αν ημέρα φάγητε…  θανάτω αποθανείσθε.Γεν κεφ. . 
[17] Δημοσθένης και Αισχίνης, δεινοί ρήτορες του 4ου π.χ.  αιώνα και θανάσιμοι εχθροί. Ο μεν Δημοσθένης υποστήριζε στενόμυαλα την ξεπερασμένη Αθηναίικη κυριαρχία, σε αντίθεση με τον Αισχίνη, που υποστήριζε και χρηματοδοτούσε σαν τραπεζίτης την πολιτική ενότητας όλων των Ελλήνων κατά των Περσών. Για τη στάση του αυτή ο Δημοσθένης τον κατηγόρησε ενώπιον του δικαστηρίου για εσχάτη προδοσία.
[18] Στη θεία κωμωδία του Δάντη ο Αρχιδιάβολος κορόιδευε το διαβολάκο και κείνος έφευγε κλάνοντας . Οι Μπασταίοι , πέρα από τις βροντερές πορδές, είχαν και τις κούφιες!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου