Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Η μαύρη τρύπα


     "Στάχτη και μπαρούτη"


     -  Τι σε κρατάει, Μπάρμπα, στη Ζωή;
        -  Ο θάνατος παιδί μ', ο θάνατος!
        Βορειοανατολικά απ’ το Στενό[1], υπήρχε πριν από πολλά χρόνια ένα χωριό, που το λέγανε Νιοχώρι[2]. Γέννημα, κατά πως μαρτυράει και τ’ όνομά του, κάποιου άλλου παλιού χωριού. Στο πέρασμα του χρόνου, η πετρόχτιστη βρύση στέρεψε. Ίσως γι αυτό εξαφανίστηκαν τα ίχνη του χωριού. Το πέτρινο κουφάρι της βρύσης καλύφτηκε από λίζβατα και βάτα. Η φαγάνα[3] εξαφάνισε και το τελευταίο υλικό ίχνος του χωριού. Έσχατο είναι τ’ όνομά του. Μετά εγκαθίσταται η λήσμονιά, που καταπίνει τα πάντα, καθώς περνά ουσίες και υπάρξεις στα νησιά των μακάρων. Ο θάνατος κρυμμένος πισ’ απ’ τη ζωή, την κανακεύει για να κάνει το δικό του Πάσχα. Εκεί, μετά τα νησιά των μακάρων, παραμονεύει καθισμένη σταυροπόδι η λήθη.
      - Εκεί ’ταν μια παλιά βρύση ...
      - Δεν είδα καμιά βρύση. Εκεί ήταν λίζβατα και βάτα, λέει ο μπολντοζιέρης.
      - Πάει κι αυτή. Πόσες και πόσους δεν είχε ξεδιψάσει, μονολογεί ο παπαΚώστας, σαν επικήδειο στη λιθόχτιστη βρύση και τους που ξεδίψασε Νεοχωρίτες! Κι όμως το Νιοχώρι πρέπει να ήτανε χωριό!
      Η φθορά, ορατή προσημείωση της λήθης, έκανε, κάνει και θα κάνει καλή δουλειά. Παλιοχώρι είναι το όνομα μιας άλλης περιοχής, κοντά στην ακροποταμιά του Ενιπέα (Λεστενίτσα), απέναντι απ’ του Μπακοκυριάκου και του Κουτσαγμέτη. Από δω πρέπει να φύγανε, μετά από ..., ποιος ξέρει … κι έφτιασαν το Νιοχώρι, στη γνωστή και σήμερα τοποθεσία. Παντού, σχεδόν, στην Ελλάδα έχουμε παλιό και νέο. Πάνω και κάτω. Πέρα και ... δώθε.
     Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ[4] το 1816, πέρασε μέσα από πευκώνες, σαν πήγαινε από Ολύμπια προς το οροπέδιο του Λάλα. Σταμάτησε στο πρώτο ύψωμα μετά τη Βύλιζα (σήμερα Πεύκη) κι αγνάντεψε κατά τον κάμπο, «οπόθεν φαίνεται η του Κλαδέου φάραγξ με 6 χωριά (Λουστίτζαν, Πόθου, Παλαιοχώρι, Χελιδόνι, Καλυβάκια και Chionia)»[5]. Του Χελιδονιού, βέβαια, είδε τα οπίσθια, μιας και τότε, κανένα σπίτι δε φαινόταν από το ύψωμα αυτό. Τώρα τα πράγματα χουν αλλάξει.
Κάποια λάθη συνεννόησης κάνουν τα ονόματα των τοποθεσιών, ονόματα χωριών. Μια ακρίβεια 2 στα 6, κάτι είναι κι αυτό. Υπάρχουν και χειρότερα. Όπως η κακότητα, που σίγουρα λείπει από τον καλό μας περιηγητή. Γράφει για τον Πουκεβίλ ο Παπανδρέου: «.. συμπαθών … την φυλήν μας», αν και « …εικοτολογεί … σφόδρα επιπολαίως ως προς τα της αρχαιότητος … παρέχει όμως … πολλάς …και … ποικίλλας πληροφορίας δια την εποχήν εκείνην …»
       Το χωριό Μπάστα δε φαίνεται από το ύψωμα αυτό, που είναι γνωστό στο χωριό μας με το όνομα Πουλί. Οι αγωγιάτες - πληροφοριοδότες του Πουκεβίλ, είτε δεν είπαν τίποτα για το χωριό, είτε κι αν του είπαν, δεν το κατέγραψε. Μια ιταλόηχη λέξη, που υπονοεί, ίσως, ιταλική αποικία, δεν του πολυπήγαινε τ’ ανθρώπου, σαν διάβαζε στο γραφείο του στη Γαλλία τις σημειώσεις, που σίγουρα κρατούσε κατά την περιοδεία. Έτσι χάθηκε η ευκαιρία να μάθει ο κόσμος το όνομα του μικρού χωριού! Είναι άδικο να γίνεται "διάσημο" του Καλυμπάκι, που δεν είναι καν χωριό, αλλά, κάποτε πρέπει να υπήρξε ένα τοσοδούλι καλυβάκι, κατά πως λέει το όνομά του! Χάθηκε η ευκαιρία να μάθει ο κόσμος, πως υπάρχει ένα χωριό, πραγματικό, που είναι από γεννησιμιού του Ευρωπαίο! Μάλλον οι άγριοι πευκόφυτοι γκρεμοί, απόκλειαν από τη σκέψη την πιθανότητα ύπαρξης χωριού εκεί. Ακόμα κι ο σοβαρός διδάκτορας Παπανδρέου, αγνοεί[6] ολόκληρη τη βουνοσειρά Λάλα, Λάσδικα, Καλιόρη, ύψωμα Αγιώρη, Μπάστα, Χελιδόνι, Καυκανιά, Κρεκούκι, αν και είναι λεπτομερής η σχετική περιγραφή του. Είναι περισσότερο από βέβαιο πως ούτε κι ο Παπανδρέου επισκέφτηκε το χωριό. Αν το 'χε κάνει δεν θα παρέλειπε μια από τις πιο όμορφες βουνοσειρές. Από τη μεριά του Νοτιά, η βουνοσειρά αυτή είναι το πρώτο φτερό της εκπληκτικής Ωλένιας[7] βεντάλιας των πευκόφυτων γκρεμών. Που και πώς να πας σ’ ένα τόπο με τόσες και τέτοιες κακοτοπιές! Χάθηκε η ευκαιρία νάρθει η Μπασταίικη ουσία σε ύπαρξη.
       Ο Παπανδρέου μεταφράζει τις περιοχές: Καλυβάκια αντί Καλυμπάκι. Η παράδοση, που κρύβεται στη σημερινή ονομασία υπονοεί ένα καλυβάκι, ενώ η παλιά του Πουκεβιλ, πολλά. Τα Κιόνια τα αφήνει αμετάφραστα. Chionia αντί Κιόνια. Για τη Λουστίτζα, μάλλον θα πρέπει να έγινε λάθος, είτε μεταφραστικό από τον Παπανδρέου, είτε καταγραφικό από τον Πουκεβίλ. Τι Λουκίσα, τι Λουστίτζα. Πολύ κοντά έπεσε το βόλι. Μάλλον το Νιοχώρι στο Στενό, κατάγραψε σαν Παλαιοχώρι ο Πουκεβίλ. Μέχρι το 1828, που έγινε η πρώτη καταγραφή, δεν πέρασε δεκαπενταετία. Και βέβαια, αποκλείεται να εξαφανίστηκαν, τόσα πολλά χωριά, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Σε όλες τις καταγραφές του 1828, 1836, 1840-41-42 και 1845, δεν αναφέρεται κανένας οικισμός στην περιοχή με το όνομα Λουστίτζα, Παλ(α)ιοχώρι ή Νιοχώρι, Καλυβάκια ή Καλυμπάκι και Chionia ή Κιόνια. Αναφέρονται, όμως σε όλους τους καταλόγους οι οικισμοί Μπάστα, Χελιδόνι, Λάσδικα, Πόθου, Βίλιζα και όλα τα γνωστά μας σημερινά χωριά. Τα ονόματα των περιοχών, που του ανέφεραν οι αγωγιάτες οδηγοί του, κατέγραψε ο Πουκεβίλ σαν χωριά. Για το Παλαιοχώρι, εκτός και υπάρχει κάποια άλλη τοποθεσία που αγνοούμε, αποκλείεται να αναφερόταν στη γνωστή στο χωριό μας τοποθεσία στην ακροποταμιά. Δε χάθηκε κι ο κόσμος, αν παράκουσε και κάτι ο άνθρωπος ή κακόγραψε κάτι στις σημειώσεις του. Εμείς να δεις πως γράφουμε τα ξένα, όσες φορές κι αν τα ακούμε. Κι εξάλλου κανένας δε μας υποχρέωσε να διαβάζουμε με τόση μανία ό,τι έγραψε, ένας τολμηρός περαστικός, που από χόμπι έκανε το κέφι του!
       - Εκεί, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ύπαρχε ένα χωριό, που το λέγανε Νιοχώρι, επαναλαμβάνει κάθε λίγο και λαγάκι μια βραχνή φωνή από τα βάθη του χρόνου, σαν έρχεται η κουβέντα. Τα παλιά τα χρόνια ..., πρέπει να ήταν ζωντανό χωριό το Νιοχώρι. Πριν λίγο έθαψε τη βρύση του η μπουλντόζα. Έχει όμως μείνει τ' όνομά του στον τόπο και τη μνήμη. Πώς να βάλει σ’ ένα όνομα βρωμόχερα η Λήθη! Ακόμα κι αν σκεπάσουνε τον τόπο, λίζβατα και βάτα κι οι μπουλντόζες εξαφανίσουνε τα ίχνη. Όλου του κόσμου οι μπουλντόζες υποκλίνονται μπροστά σε μια τόση δα λεξούλα. Μόνο η λήθη το μπορεί.
       Φαίνεται πως χωριό δεν είν' τα σπίτια, που γρήγορα γίνονται τσιμέντο[8]. Ούτε οι ανθρώποι, σαν περάσουνε δυο ή τρεις γενιές ή γίνουνε πρωτευουσιάνοι. Ούτε η φτώχεια και τα πλούτη, η κακομοιριά κι η λεβεντιά, είναι κι αυτά χωριού βαγγέλιο; Ούτε το άθροισμα όλων ή η αφαίρεσή τους, κάνουν το χωριό. Σα λείψει ο πολλαπλασιασμός[9], αλωνίζει η αλγεβρική οξείδωση της λήθης, καταβροχθίζοντας πόλεις, χωριά, μπουλντόζες και τσιμέντα. Μα κι ολόκληρο το σύμπαν[10], σαν τις μαύρες τρύπες.
Στο χείλος της μεγάλης ρουφήχτρας και του Μπάστα. Μοναδικό, σαν όλα μες στο σύμπαν. Δεν μπορεί ν’ αφαιρεθεί, σα δεν το ξέρεις. Ούτε να προστεθεί, σαν καλά το μάθεις. Είτε το ξέρεις, είτε τ’ αγνοείς, δεν μπορείς να το εξαφανίσεις, χωρίς να καταστραφεί ο κόσμος! Κι ας καιροφυλαχτεί, σα μαύρη τρύπα η λησμονιά, κι ο υπαρξιακός θάνατος τροχίζει την κόσα[11].
      - Βάστα καημένη Λαφοξιά. Παραφυλάνε αμφίπλευρα οι γκρεμοί σου! μονολογεί ο μπαρμπαΓιάννης.
       Στο χωριό γίνανε όλα όσα φτιάνουν τη μικροϊστορία του χωριού και στο χωριό καταλαγιάζει η άλλη των άλλων ιστορία. Η μικροϊστορία του, ήταν το μόνο παραγόμενο αγαθό. Ποτέ όμως και κανένας δεν έδειξε ενδιαφέρον. Την ιστορία των άλλων του γρουστουκιάζαν[12] στον ακούτραφο, σαν για δικιά του ιστορία. Και πως καμάρωναν, γι αυτή την ξένη ιστορία οι Μπασταίοι, λες κι ήτανε δική τους! Ποιος λέει πως κι αυτά δεν είναι τάχατες χωριό;
       Η ξανά και ξανά -θεώρηση, γεννάει τη γνώση, πρόσκαιρο δήμιο της άγνοιας, της λήθης και της λησμονιάς. Η εμπειρία και η μονότονη δράση, θρονιασμένη σε άγονο τόπο, φυλακισμένο από μοναδικούς πευκόφυτους γκρεμούς, πως να βρει το μυστικό μονοπάτι της γνώσης! Πάντα στη γωνιά του γκρεμού καιροφυλακτούσε ο χωροφύλαξ. Κι οι Μπασταίοι δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο. Καθηλωμένοι στη δράση για το ζην[13], πώς να φτάσουν το φιλοσοφείν! Πως νάβρει τόπο η υποψία στην καιροφυλακτούσα λήθη. Αυτό όμως ήταν το χωριό.
      Στην επίμονη ασχολία, με όλα που συνθέτουν διαλύοντας το χωριό, σχετίζοντας άσχετα μ’ αυτό, είναι που αρχίζουν να ψιθυρίζουν τα κρυμμένα μυστικά χώματα, πέτρες, δέντρα και στοιχειά, νεράιδες, μυρουδιές και γεύσεις, ακόμα και στα βογκητά. Αυτό το ξανά και ξανά είναι που σου αποκαλύπτει χωριάτικα μυστικά και όχι όλα. Μένει πάντα μεγάλο κομμάτι για μετά. Μ’ αυτό το ξανά και ξανά είναι που και η προκατάληψη γίνεται αποκάλυψη. Είναι τότε που αρχίζουν να μιλούν και να λένε την αλήθεια και το ψέμα τους, αλήθεια και ψέμα. Και εμπιστεύονται μόνο τον οικείο, που τον θέλουν καταδικό τους και με αποδείξεις. Εδώ δε χωράει τίποτα κεραυνοβόλο. Πρώτα στεφάνι και μετά, πολύ μετά, κάτι ψίθυροι στ' αφτί. Κάτι, για καημούς και ντέρτια, χαρές και χαΐρια. Και σε χρόνο ανύποπτο. Αυτό είναι το χωριό και σ’ όποιονε αρέσει.
      Αν δεν καταλαγιάσει το μίσος για τις πέτρες πούσπασαν τ’ αλέτρι, τη βίκα[14] ή το κεφάλι, τον καιρό του πετροπόλεμου, η πέτρα, δε θα πει το δικό της μυστικό. Τι τράβηξε κι αυτή, τόσους και τόσους χρόνους! Ποτέ και κανένας βράχος δεν έφταιξε για το κακό που έκανε ή κάνει σαν κατρακυλάει. Ούτε και για το που στέριωσε πετρόχτιστο σπίτι, γιοφύρι ή βρύση. Οι πέτρες κι αν είν’ το χωριό Μπάστα! Ιδία εκείνες που πετυχαίνουν το στόχο!
       Τα γλυκά μάτια, μόνο για τους που αγαπάνε το χωριό. Αγριοκοίταγμα με Κρητικό χατζάρι, για κριτικούς, που πίνουνε τη δροσιά και τον ιδρώτα και πνίγουν τη μικρή του ιστορία, με τη δική τους ψευτοϊστορία.
       - Την ιστορία γράφουνε οι νικητές, λένε κάποιοι πολύ σοβαρά.
       - Και φταίνε, ρε, γι αυτό οι νικημένοι, γρυλίζει ο γεροΒελζεβούλης από Γκουγκουλόρας[15] μεργιά. 
       Οι Μπασταίοι γράφανε τη δική τους ιστορία και ήταν μιας χρήσης. Κρατούσε όσο η μέρα, ο μήνας, ο χρόνος. Άιντε και μια ζωή! Σπάνια παίρνανε στα σοβαρά τα σοβαρά. Αυτά είχαν σαν φάρμακό για τις πληγές. Τα χαρωπά και γελαστά κρατάγανε περσότερο. Ανταποδίδανε χωρατά στα σοβαρά, διαολοστέλνοντας τη λησμονιά στη λήθη. Τέτοιο ήταν το χωριό!


       Κι αυτοί που ’φύγανε μακριά και γυρνώντας τα βρήκαν όλα τοσοδούλια, ενώ εκεί μακριά τους φάνταζαν τρανά ... Αυτοί κι αν είναι το χωριό!


       Και οι που πήγαν κατά κατουΝτήστας[16] μεριά και ποτές δε γύρισαν ή θα γυρίσουν πίσω; Αυτοί πήραν τη Μπασταίικη δικαίωση οριστικά.
       Τέτοια σκεφτόταν ο γεροΦώνης πίσ’ από το σκίντο. Δεν πήρε χαμπάρι την πράσινη μύγα, για όση ώρα τον είχαν συνεπάρει οι υπαρξιακές φαγούρες. Σαν η επιθετικότητα έπαιρνε διαστάσεις, ενεργοποιούταν η διαδικασία της εξόντωσης. Η νευρική προσπάθεια εξαγρίωνε την πράσινη απειλή και ερέθιζε το ρυνικό υμένα. Είχε φάει τον άμπακο χτες στο γάμο του … Τριτσιμπίδα και της Μαργιωρής. Του πήρε ώρα για να ξεφορτωθεί κοψίδια, γαρδούμπες, κοκορέτσια και σπληνάντερα απ’ τ’ άντερό του. Πιο κει ο σκύλος περίμενε να τελειώσει η διαδικασία, για να οικειοποιηθεί κι αυτός τα υπολείμματα του γάμου! Ο γεροΦώνης, παρασερμένος από την ανακούφιση, δεν πρόσεξε το σκύλο, που λιγουρευόταν τ’ αποβαλλόμενα κι άθελα τον άφησε να περιμένει. Θα μπορούσε να κάνει πιο κει για να μποροκληθεί[17] και το νηστικό ζω. Ο σκύλος, σαν εκπαιδευμένος απ' τον Παυλώφ, ακούγοντας σκουζμάρια αμνοεριφίων και γλέντια, είχε επενδύσει από χτες στην πρωινή ευωχία. Κανένας και καμιά δεν αποπήρε οικόσιτα γι αυτή τους τη στάση. Τους έκαναν παρέα και δε λέγανε τίποτα και σε κανέναν από τα τεκταινόμενα πίσω από τα σκίντα. Τα σκυλιά δεν έκαναν ποτέ διακρίσεις. Κι ούτε τους ενδιέφερε το δίκιο και τα οπίσθια κανενού και καμμιανής. Μόνο η ποσότητα κι ο επιούσιος άρτος. Γάβγισε λιχούδικα, κι έβαλε τέλος στα που σκεφτότανε για το χωριό κει πίσ’ από το σκίντο ο γεροΦώνης
       Η μοσκοβολιά του καμμένου κρεμμυδιού κι οι ηχητικές αντιδράσεις του λαδιού, πούπεφτε στην τραχανομπαζίνα, τρύπησαν ρινικό υμένα και αμφίβολης ποιότητας υπαρξιακές σκέψεις. 
       Η μυρουδιά της τραχανομπαζίνας, αυτή κι αν ήτανε χωριό! καθώς οδηγεί η λησμονιά στα γκρεμνά της λήθης. 
        "Στάχτη και μπαρούτη" καθώς λέγαν οι Μπασταίοι.
       

[1] Όνομα τοποθεσίας του χωριού.[2]Δες και www.jimmyshelidoni.netfirms.com.[3] Έτσι λέγανε παλιά στο χωριό τη μπουλντόζα. [4] Ο Διδάκτορας – Γυμνασιάρχης Γ. Παπανδρέου(1859-1940) από την Πάο, στο έργο του «Η ΗΛΕΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» στις σελ. 348 έως 357 δίδει μια, μάλλον, αξιόπιστη περίληψη της περιήγησης του Πούκεβιλ στην Ηλεία, πέρα από την ευρεία χρήση σε όλο του το έργο. [5] Ό.π. σελ. 355. [6] Ό. π. σελ. 8 και 12.[7] Στο κέντρο της βεντάλιας των εκπληκτικών πευκόφυτων γκρεμών βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Ώλενας. Ωλενία λεγότανε η γίδα, που θήλαζε ο Δίας. Ώλενος ήταν μια από της 12 πόλεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Ωλενίας ή Ώλενος ήταν ο γιος το Οινέα, αδελφός του Τυδέα. [8] Στο χωριό σημαίνει: Ας πάει να χαθεί. [9] … Ο πολλαπλασιασμός των ειδών, η διαιώνιση του είδους. [10] Ποιος ξέρει ή θυμάται κάτι για τα πριν απ’ το Big Bang (πρωταρχική έκρηξη ); Μα και σαν του τελειώσει η διαστολή του, αρχίζει, καθώς λέγανε κι ίσως ακόμα λένε, η συστολή του. [11] Μεγάλο δρεπάνι με μακρύ ξύλο. [12] Έβαζαν με βία, θήκιαζαν, πατίκωνα, τσουβάλιαζαν πατώντας … [13] “Primum vivere, deinte filosofare”, όπως είναι γνωστό στους περιγραμμάτου. [14] Στάμνα. Κι όμως είναι αρχαία ελληνική λέξη. Μόνο που είναι αρσενικό. Ο βίκος. δες και Ηρ. Ι, 194. [15] Η πιο διάσημη αχλαδιά στου Μπάιστα κι όχι μόνο. Τα παιχνίδια, των μικρών και των μεγάλων γίνονταν εκεί. [16] Το νεκροταφείο του χωριού. [17] Χορτάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου